ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Συρία. Εκεί που τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης “έχασαν” την είδηση



Μέσα στον πραγματικά αντεστραμμένο κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου
Γκυ Ντεμπόρ, “Η Κοινωνία του θεάματος
    Το πρώτο θύμα στον πόλεμο είναι η αλήθεια” είχε πει ο Αισχύλος και δεν είχε άδικο. Η κορύφωση του πολέμου στη Συρία τις τελευταίες ημέρες με την ανακατάληψη του Χαλεπιού από τον Συριακό εθνικό στρατό και η προέλαση στη Ράκα, μας έχει φέρει αντιμέτωπους με μια νέα συνθήκη αναφορικά με την μιντιακή προπαγάνδα, την κατασκευή ειδήσεων, τη διασπορά ειδήσεων αμφίβολης προέλευσης κτλ.
    Η προπαγάνδα σε καιρούς πολέμου δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο. Πάντα υπήρχε παράλληλα με τον πραγματικό πόλεμο και ο πόλεμος της ενημέρωσης, αλλά πλέον ο πόλεμος της ενημέρωσης αποκτά νέα χαρακτηριστικά λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης και διείσδυσης των κοινωνικών δικτύων. Επιπλέον, στην παραποίηση της ιστορίας ως βασικού συστατικού της προπαγάνδας, ή “Αναπαράσταση της πραγματικότητας”, όπως την έχει αναλύσει ο Νόαμ Τσόμσκι, έχει επίσης πολύ
διαφορετικά χαρακτηριστά και θα τα αναλύσουμε παρακάτω.
    Επιπλέον, ο πόλεμος της προπαγάνδας μας γίνεται αυτή τη φορά τόσο έντονα αισθητός, γιατί σε αντίθεση με τις συρράξεις των προηγούμενων ετών, ο πόλεμος στη Συρία είναι ο πιο αιματηρός, έχει σοβαρές παρενέργειες στην ευρύτερη περιοχή και στην Ευρώπη, και είναι ότι πιο κοντινό σε πολέμους της ψυχροπολεμικής εποχής με πρωταγωνιστικό ρόλο της Ρωσίας. Με λίγα λόγια ασχολούμαστε με αυτόν περισσότερο.
    Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά στην μάχη για ενημέρωση από τη Συρία είναι ότι όπως γράφει ο βρετανικός Independent υπάρχει κενό στην ενημέρωση από την πλευρά των αντικαθεστωτικών μεταξύ αυτών και του Ισλαμικού κράτους, που είναι αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου εχθρικής στάσης απέναντι στα διεθνή μέσα και αρκεί να θυμηθούμε τις οn camera εκτελέσεις δημοσιογράφων και τις απαγωγές.
Κενό ενημέρωσης
    Το γεγονός αυτό δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε το Ισλαμικό κράτος, η Al Nursa (παρακλάδι της Αλ Κάιντα) και οι οργανώσεις της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης, να ελέγχουν την πληροφορία που βγαίνει από τις περιοχές που κατέχουν.
    Δεν είναι τυχαίο ότι στο Ανατολικό Χαλέπι όπου γίνονταν οι τελευταίες μάχες για την ανακατάληψη της πόλης δεν υπήρχαν ξένοι δημοσιογράφοι. Αντίθετα υπήρχαν δεκάδες “ανεξάρτητοι ακτιβιστές”, οι οποίοι δρούσαν εντελώς ελεύθερα και τροφοδοτούσαν με ειδήσεις τη Δύση, κυρίως μέσω του Συριακού Παρατηρητηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Μπορεί να πει κανείς ότι αυτές οι ειδήσεις που μετέδιδαν ήταν ψευδείς;
    Δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα αλλά υπάρχουν τα γεγονότα. Πρώτον η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για διώξεις και βασανιστήρια πολιτών που ζούσαν ή ζουν σε περιοχές που ελέγχονται από τους αντάρτες και που εκφράζουν διαφορετικές απόψεις.
    Δεύτερον τα ίδια τα μέσα που χρησιμοποιούν οι αντάρτες για να διαχέουν πληροφορίες και κατά
πόσο ανεξάρτητα είναι αυτά.
    Για παράδειγμα: Το Συριακό παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην ουσία είναι ένα γραφείο στο Κόβεντρι της Βρετανίας το οποίο “τρέχει” ένας άνθρωπος, ο Ράμι Αμπντούλ Ραχμάν, πρώην κρατούμενος στη Συρία για πολιτική δράση. Το Παρατηρητήριο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και “μία” χώρα της Ευρώπης όπως έγραφαν οι New York Times και δεν κρύβει την “αντι – Ασαντ” θέση και στάση του. Διαθέτει κατά τα λεγόμενα του Ραχμάν τέσσερις συνεργάτες στη Συρία που συλλέγουν πληροφορίες από 200 και πλέον ακτιβιστές. Άλλη οργάνωση που διαχέει πληροφορίες είναι το “Λευκά κράνη”, που παρουσιάζεται σαν οργάνωση παροχής πρώτων βοηθειών και διάσωσης, με έδρα τα Αραβικά Εμιράτα και χρηματοδότηση από ΗΠΑ, Ολλανδία, Βρετανία και την Κυβερνητική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ.
    Η λίστα του δικτύου ενημέρωσης περιλαμβάνει ακόμη ανθρώπους και ακτιβιστές που λειτουργούν κάτω από τον έλεγχο αντικαθεστωτικών ακόμη και ακραίων ισλαμικών ομάδων που συνδέονται με την Αλ Κάιντα όπως οι Τζαμπάτ αλ-Νούσρα κι η Αχράρ αλ-Σαμ. Μάλιστα προ ημερών ο Πάτρικ Κόκμπερν έγραφε χαρακτηριστικά στον Independent ότι, “τα ξένα μέσα επέτρεψαν από συμφέρον ή αφέλεια να κυριαρχήσουν στην ειδησεογραφία άνθρωποι που δρουν με την τη άδεια οργανώσεων όπως οι παραπάνω”.
    Το Wikileaks αποκάλυψε επίσης ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρηματοδοτεί οργανώσεις της αντιπολίτευσης και διάφορα projects μεταξύ αυτών και το δορυφορικό κανάλι Baranda TV με έδρα το Λονδίνο και τέλος υπάρχουν εκατοντάδες ακτιβιστές που αναρτούν στο διαδίκτυο πληροφορίες, βίντεο και φωτογραφίες από περιοχές της Συρίας που βρίσκονται, ή υποτίθεται ότι βρίσκονται, στην καρδιά του πολέμου.
Πολυφωνία VS αξιοπιστία
    Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι αν όλα τα παραπάνω αποτελούν αξιόπιστες πηγές για τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και μάλιστα από περιοχές που δεν υπάρχει πρόσβαση. Πόσο αξιόπιστη είναι μια πηγή που ελέγχεται από αντικαθεστωτικούς ή που χρηματοδοτείται από τις ίδιες πηγές που χρηματοδοτούν αντικαθεστωτικούς και πόσο αξιόπιστος τελικά μπορεί να είναι ένας ακτιβιστής;
    Όσο αξιόπιστο μπορεί να είναι και το Russia Today θα πει κάποιος. Ωστόσο υπάρχει μια διαφορά. Ότι το Russia Today ως επίσημο μέσο είναι υποχρεωμένο να δίνει στοιχεία, για ότι μεταδίδει και σε τελική ανάλυση και αυτό ελέγχεται. Όπως ελέγχεται σε περιπτώσεις σαν αυτή του βομβαρδισμού
νοσοκομείου στο Χαλέπι ή κομβόι ανθρωπιστικής βοήθειας του Ερυθρού Σταυρού από την ρωσική αεροπορία (;) που παρουσιάστηκε σαν “αμερικανική προπαγάνδα”.
    Γιατί θα πρέπει να πούμε ότι μηχανισμούς προπαγάνδας χρησιμοποιούν όλοι. Στην περίπτωση της Ρωσίας είναι φυσικά το RT και ο τρόπος που μεταδίδει της ειδήσεις αλλά υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί όπως υποστηρίζουν δυτικά μέσα, που τροφοδοτούν το διαδίκτυο με hoaxes όπως το troll factory στην Αγία Πετρούπολη, ένας μηχανισμός παραγωγής ειδήσεων, που είχε αποκαλύψει μια πρώην εργαζόμενη εκεί η Λουντμίλα Σαβτσούκ.
    Όλα τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, BBC, Guardian , Αl Jazeera, Reuters έχουν χρησιμοποιήσει ως πηγές τους τα παραπάνω δίκτυα χωρίς να είναι σε θέση να επαληθεύσουν πάντα τις ειδήσεις. Μέχρι και ο ΟΗΕ επικαλείται τις ίδιες πηγές.
    Να ξεκαθαρίσουμε ωστόσο ότι αυτό δεν σημαίνει πως ότι μεταδίδεται είναι ψέματα αλλά σε πολλές περιπτώσεις οι ειδήσεις δεν είναι διασταυρωμένες και δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα ή δημιουργούν μια εικόνα σύγχυσης.
    Για παράδειγμα επικράτησε η άποψη ότι όσοι αντικαθεστωτικοί ήταν στο Χαλέπι ανήκαν στην μετριοπαθή αντιπολίτευση. Γι αυτό και από την πλειοψηφία των μέσων αποκαλούνταν απλώς “αντάρτες”.
    Η πόλη όμως το 2012 καταλήφθηκε από τους τζιχαντιστές και όχι μόνο τους μετριοπαθείς. Ακόμη και δυτικά μέσα όπως η Washington Post μετέδιδαν ότι περίπου το 9% του Ελεύθερου Συριακού Στρατού αποτελείται από παρακλάδια της Αλ Κάιντα. Με την έναρξη της επίθεσης του εθνικού στρατού της Συρίας αυτές οι ομάδες άρχισαν να αλλάζουν τα ονόματά τους ενώ οι ΗΠΑ έκαναν ότι μπορούσαν στον ΟΗΕ για να μην χαρακτηριστούν τρομοκρατικές οργανώσεις ομάδες όπως οι Αχράρ Αλ Σαμ και Τζαΐς αλ Ισλάμ.
    Επικράτησε η άποψη ότι αυτές οι ομάδες δεν έκαναν εγκλήματα πολέμου ωστόσο η Τζαΐς αλ Ισλάμ παραδέχθηκε ότι έκανε χρήση χημικών.
Ειδήσεις έχουμε, στοιχεία έχουμε;
    Οι δημοσιογράφοι στα δυτικά μέσα δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο την περιορισμένη πρόσβαση και την αδυναμία διασταύρωσης των ειδήσεων, αλλά τους διπλωμάτες και διάφορους αξιωματούχους που δίνουν πληροφορίες. Για παράδειγμα μεταδόθηκε πολλές φορές ότι ρωσικά αεροπλάνα βομβάρδισαν νοσοκομεία, χωρίς όμως να δοθούν αποδείξεις. Οι αξιωματούχοι του Κρεμλίνου είναι πολύ πιο φειδωλοί στις δηλώσεις τους και όταν πιέζονται προτιμούν να μην απαντούν.
    Κάποιοι από τους ακτιβιστές ίσως τελικά να μην ήταν ακτιβιστές όπως η μικρή Μπάνα από το Χαλέπι που μετέδιδε πληροφορίες και βίντεο με τη βοήθεια της μητέρας της στο twitter όπου ο λογαριασμός της είχε 310.000 followers. Πολλοί αναρωτήθηκαν αν ο λογαριασμός της Μπάνα είναι αυθεντικός.   Φιλοκυβερνητικοί ακτιβιστές πρόσφεραν στην Μπάνα να την πάρουν από το Χαλέπι αλλά όταν επικοινώνησαν μαζί της διαπίστωσαν ότι αυτός που βρισκόταν πίσω από τον υπολογιστή προτιμούσε να μιλά στα αγγλικά παρά στα Αραβικά. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πολλά και τίποτα. Και ποιος τελικά λέει αλήθεια;
    Άλλο στοιχείο επίσης είναι οι φωτογραφίες. Δύσκολα μπορούν να επαληθευτούν. Τα μεγάλα μέσα
δεν τις δημοσιεύουν άκριτα αλλά με τον ρυθμό που διαχέονται στα κοινωνικά δίκτυα η είδηση, αληθινή ή πλαστή, ξεπερνά κάθε επίσημο μέσο ενημέρωσης που το καθιστά πλέον ανίκανο, λόγο χρόνου και συνθηκών, είτε να διαψεύσει είτε να επαληθεύσει.
    Χαρακτηριστική περίπτωση φωτογραφίας που παρουσιάστηκε να είναι από το Χαλέπι ήταν τελικά screenshot από μουσικό βιντεοκλίπ. Ακόμη και ο Σύρος πρέσβης στον ΟΗΕ παρουσίασε φωτογραφία από το Χαλέπι η οποία όπως αποκάλυψε το CNN ήταν από το Ιράκ. Ακτιβιστές που μετέδιδαν λίγο πριν την πτώση του Χαλεπιού ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο από τον εθνικό στρατό, σύμφωνα με το RT ήταν μέλη της Φατάχ Αλ Σαμ, (πρώην Αλ Νούσρα). Ποιος λέει άραγε αλήθεια;
    Σε κάθε είδηση έρχεται σχεδόν αμέσως μια διάψευση ή μια αμφισβήτηση που θολώνει ακόμη περισσότερο την πραγματική εικόνα
    Ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς και μια αναζήτηση στο ιντερνετ μπορεί να δώσει πολλά παραδείγματα.
    Θα επαναλάβουμε στο σημείο αυτό ότι το βασικό πρόβλημα είναι η αδυναμία πρόσβασης των δυτικών μέσων για την συλλογή πληροφορικών από πρώτο χέρι.
    Κάνοντας μια αναζήτηση θα διαπιστώσει κανείς ότι πολλές από τις ειδήσεις που μεταδίδονται και επικαλούνται πηγές όπως το Συριακό Παρατηρητήριο δεν έχουν αποδείξεις, βίντεο, ή φωτογραφίες.
Κάθε είδηση έχει και τη διάψευση της
    Από την άλλη πλευρά τα φιλικά προς της κυβέρνηση Άσαντ μέσα έχουν μικρότερα περιθώρια προπαγάνδας καθώς στις περιοχές τους έχουν πρόσβαση τα δυτικά μέσα. Από την άλλη έχουν το πλεονέκτημα ότι το Russia Today που είναι ένα φιλικό προς τον Ασαντ μέσο έχει μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό και ουσιαστικά είναι η φωνή της συριακής κυβέρνησης. Αν κάνει κανείς μια αναζήτηση στο google θα βρει δεκάδες άρθρα του RT για ψευδείς ειδήσεις που μεταδίνονται από δυτικά μέσα αλλά ταυτόχρονα θα βρεί και ιστοσελίδες αποκλειστικά για τα ψεύτικα (;) ή παραποιημένα (;) άρθρα του RT . Άρθρα ωστόσο που και αυτά ελέγχονται για την αξιοπιστία τους.
    Άλλωστε είπαμε. “Το πρώτο θύμα στον πόλεμο είναι η αλήθεια”.
    Στην περίπτωση της Συρίας ωστόσο – και αυτό έγινε πολύ φανερό στην ανακατάληψη του Χαλεπιού- είδαμε να ανατρέπονται κάποιοι παραδοσιακοί νόμοι της προπαγάνδας όπως η “Αναπαράσταση της πραγματικότητας” που αναφέραμε στην αρχή. Η μετάδοση ψευδών ειδήσεων, φωτογραφιών που έχουν τραβηχτεί αλλού κτλ, βοηθούν στην παραποίηση της ιστορίας και διευκολύνουν στην επίτευξη πολιτικών στόχων. Αν θάψεις την αλήθεια κάτω από ένα τόνο ψεμάτων τότε είναι πολύ εύκολο να μιλήσεις για τον “αιμοσταγή δικτάτορα Άσαντ” που βομβαρδίζει τους πολίτες του ή για τους ισλαμοφασίστες που κόβουν κεφάλια και θέλουν να κάνουν τη Συρία χαλιφάτο. Όμως σε αυτή την περίπτωση η “αναπαράσταση” είχε - και φαίνεται ότι από εδώ και πέρα έτσι θα είναι – σύντομη ζωή, δίνοντας τη θέση της στη λογοκρισία της υπερπληροφόρησης.
    Όπως έγραφε ο Νόαμ Τσόμσκι, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να ξαναγραφεί τη ιστορία του πολέμου του Βιετνάμ και να καταλάβουν οι άνθρωποι τι πραγματικά συνέβη εκεί. Έπρεπε να επανεξεταστούν οι πολιτικές θέσεις, τα δημοσιεύματα, οι αναλύσεις, να βγουν μαρτυρίες από βετεράνους, να αξιολογηθεί το αντιπολεμικό κίνημα, να ακουστεί κάποια στιγμή και η φωνή των Νοτιοβιετναμέζων. Και αυτό πήρε πολύ χρόνο.
    Προσέξτε όμως τι γίνεται με τη Συρία. Αυτή η “Αναπαράσταση της Πραγματικότητας” έχει χάσει τη δύναμή της. Η ιστορία ξαναγράφεται την επόμενη μέρα από ένα δημοσίευμα ή ακόμη και την ίδια μέρα καθώς έρχεται ένα άλλο μέσο ενημέρωσης με την ίδια δύναμη, τουλάχιστον σε εν δυνάμει ακροατήριο, να αμφισβητήσει την πρώτη ιστορία.
    Έχουμε πολλές πραγματικότητες οι οποίες συγκρούονται καθημερινά και με την μάζα του κόσμου (το “μάζα” από το μαζική επικοινωνία) να είναι κατακερματισμένη ανάλογα με το από που “καταναλώνει ειδήσεις”. Ακόμη και στις περιπτώσεις που στα γραφεία σύνταξης μπαίνει “πάγος” στους συντάκτες να μην ξεφεύγουν από τη επίσημη γραμμή που συνήθως έρχεται από πολύ ψηλά, το αποτέλεσμα έχει χάσει μεγάλο μέρος της επιδραστικότητάς του.
    Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δίνουν περιθώριο επαλήθευσης και τα οργανωμένα επίσημα Μέσα Ενημέρωσης δεν μπορούν να ακολουθήσουν αυτό το ρυθμό και να είναι και αξιόπιστα. Η πίεση όμως της δουλειάς και το κυνήγι της είδησης είναι αμείλικτα. Η σοβαρή δημοσιογραφία της επαλήθευσης στοιχείων ασφυκτιά κάτω από τόνους πληροφοριών πάνω από τους οποίους το σημαντικό συνθλίβεται από το ασήμαντο και το αληθινό χάνεται κάτω από το ψεύτικο.
    Το επίσημα μεγάλα μέσα δεν έχουν άλλο τρόπο - προς το παρόν έστω, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε πως θα εξελιχθεί η πληροφόρηση στο μέλλον – από το να ακολουθήσουν αυτό το ρυθμό με όση επιφύλαξη μπορούν.
    Όπως λέει όμως και ένα ρητό: “
Όταν παίζεις με τον διάβολο, ο διάβολος αλλάζει εσένα και όχι εσύ τον διάβολο”.