ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ (16/8/2017)



Ανδρέας
     416,7 εκατομμύρια προτίθεται, λέει, να επιστρέψει το Βερολίνο στην Ελλάδα, από ελληνικά ομόλογα. Την διαδικασία δεν την ξέρω, όμως άρχισαν τα «εάν» και «εφ’ όσον», επομένως… μηδέν από μηδέν, ίσον μηδέν. Το ¨επιστρέφω χρήματα» έχει την ένοια πως «τα χρωστάω και τα δίνω πίσω» Και αυτός που θα τα πάρει, ας τα φάει σπόρια, δικό του θέμα. (Εδώ που τα λέμε, σε σπόρια θα τα φάμε… και δη μπατιρόσπορα!)
-----------------------------------------------------------
    Κόντεψε, λέει, να καεί το σπίτι του Κουφοντίνα στο Βαρνάβα! Εχέσθημεν πατόκορφα!
-----------------------------------------------------------
    Από αύριο, σταματάω να δίνω αυτόγραφα. Αφού δεν επιτρέπονται από κίνδυνο πλαστογραφίας στην βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, γιατί εγώ να δίνω;
-----------------------------------------------------------
    Τελικά, αυτές οι έξοδοι στις αγορές, αρχίζουν και θυμίζουν τις εξόδους του Μεσολογγίου!
-----------------------------------------------------------
    Έξη στα 18 Canadair δουλεύουν!!! Τα υπόλοιπα είναι με βλάβες! Νικολάκη, με το κατούρημα οι φωτιές δεν σβύνουν!
-----------------------------------------------------------
    Θα βοηθήσει η Κύπρος για τις φωτιές; Εδώ που φτάσαμε, κάθε προσφορά δεκτή, όμως η βοήθεια και αργά έρχεται, και  αμελητέα είναι.
-----------------------------------------------------------
    Αλήθεια, εκείνοι οι… «εταίροι» μας, τι κάνουν; Για να «τα παίρνουν» είναι πρώτοι, για να βοηθήσουν όμως, βόσκουνε τα πρόβατα κει πέρα παραπέρα, σφυρίζοντας αδιάφορα…
-----------------------------------------------------------
    Να ‘τες πάλι οι καλαμακείες. Τρία ελληνικά πανεπιστήμια, λέει, στα 500 καλύτερα του κόσμου! Δεν τα κάνουμε 5.000 ρε παιδιά, μήπως μπεί και κανένα ακόμα και αισθανθούμε υπερήφανοι;

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΟΜΙΚΣ. Νούμερο 85. «ΔΙΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ».



 «Κυκλοφορεί» κάθε Τετάρτη.
    Μετά από την μεγάλη επιτυχία και επισκεψιμότητα που έχει η σειρά «ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ» κάθε εβδομάδα, και μετά από προτροπές φίλων, αποφάσισα να αναρτώ κάθε εβδομάδα από την συλλογή μου, όπως τότε που κυκλοφορούσαν στα περίπτερα, σκαναρισμένα τεύχη της σειράς «ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΟΜΙΚΣ»   που κυκλοφόρησε σε 136 τεύχη, από τον Ιούνιο του 1961.
    Οι τίτλοι τους ήταν «ΔΙΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ», «ΠΑΡΑΞΕΝΑ», «ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΑ» και «ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΑ». Από το τεύχος 23, ο τίτλος ‘’ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΑ’’ αντικαταστάθηκε από τον «ΔΥΝΑΜΙΚΑ».
    Τα τεύχη της σειράς, έχουν την πρωτοτυπία να είναι με δύο εξώφυλλα,  εμπρός και πίσω. Στα πρώτα μάλιστα τέσσερα τεύχη, από την μέση και μετά η εκτύπωση ήταν ανάποδη, οπότε δεν ήξερες ποιο είναι το εμπρός και ποιο το πίσω μέρος
    Ο εκδότης ( ‘’ΑΤΛΑΝΤΙΣ’’ ) προφανώς για λόγους οικονομίας, τύπωνε τις μισές εσωτερικές σελίδες ασπρόμαυρες.
    Σήμερα, έχουμε το τεύχος  «ΔΙΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ» Ν. 85» στο λίνκ http://andremelez.blogspot.gr/

Ο πιο φτωχός πρόεδρος στον κόσμο διδάσκει!



    Είναι γνωστός στην Ουρουγουάη με το παρατσούκλι “Pepe” και διεθνώς τον ξέρουν ως ο πιο φτωχός πρόεδρος στον κόσμο. Ο Jose Mujica είναι παράδειγμα προς μίμηση και όχι μόνο στα λόγια, αφού φροντίζει ο ίδιος πρώτα να κάνει πράξη αυτά που πρεσβεύει. Και μπορεί η θητεία του να τελείωσε ωστόσο οι πράξεις του μένουν παρακαταθήκη στο λαό του, αφού εκείνος πρώτος έδειξε το καλό παράδειγμα μιας ζωής λιτής, χωρίς πολυτέλειες και φανφάρες, κερδίζοντας τη διεθνή καταξίωση. Οι απόψεις του έγιναν διδάγματα για πολλούς από έναν άνθρωπο που ζούσε φτωχικά και έδινε το 90% του μισθού του σε φιλανθρωπίες… Ο Guardian συγκέντρωσε τις απόψεις του σε 10 βασικά σημεία:
1. Επαναστάσεις & εξεγέρσεις
“Εμείς, οι άνθρωποι είμαστε όντα της αγέλης. Δε μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας. Ζούμε σε εξάρτηση με την κοινωνία. Το να ρίξεις μια κυβέρνηση ή να φτιάξεις ένα οδόφραγμα και είναι κάτι τελείως διαφορετικό από να δημιουργήσεις ή να κτίσεις μία καλύτερη κοινωνία. Μια κοινωνία χρειάζεται οργάνωση, πειθαρχία και δουλειά σε βάθος χρόνου. Μην τα μπερδεύουμε λοιπόν αυτά τα δύο. Θέλω να κάνω το εξής ξεκάθαρο: Μου αρέσει αυτή η νεανική ενέργεια και ο αυθορμητισμός, αλλά νομίζω ότι δε θα οδηγήσει πουθενά εάν δεν ωριμάσει”.
2. Νομιμοποίηση μαριχουάνας
“Πάντα έτσι συμβαίνει με τις αλλαγές. Το 1913 καθιερώσαμε το δικαίωμα στο διαζύγιο για τις γυναίκες της Ουρουγουάης. Ξέρετε τι λέγανε τότε; Ότι ο θεσμός της οικογένειας θα εξαφανιστεί. Ότι αυτό θα είναι το τέλος των καλών τρόπων και της κοινωνίας. Πάντα θα υπάρχει μία συντηρητική και πιο παραδοσιακή αντιμετώπιση των πραγμάτων, που θα κτίζει πάνω στο φόβο για την αλλαγή”.
3. Υλισμός
“Έχουμε θυσιάσει τους παλιούς άυλους θεούς και τώρα έχουμε κάνει κατάληψη στον ναό του Θεού της Αγοράς. Αυτός ο Θεός οργανώνει την οικονομία, την πολιτική, τις συνήθειές μας, τις ζωές μας και μας παρέχει πιστωτικές κάρτες και επιτόκια λες και εκεί βρίσκεται η ευτυχία. Μοιάζει σαν να έχουμε γεννηθεί μονάχα για να καταναλώνουμε και να καταναλώνουμε. Και όταν δεν μπορούμε πλέον νιώθουμε τη ματαίωση και υποφέρουμε από τη φτώχεια και περιθωριοποιούμε τον εαυτό μας”.
4. Έκτρωση και γάμος ομόφυλων
“Εφαρμόσαμε μια πολύ απλή αρχή: Αναγνωρίσαμε τα γεγονότα. Η έκτρωση είναι τόσο παλιά όσο ο κόσμος. Ο γάμος μεταξύ ομόφυλων, επίσης. Η ομοφυλοφιλία δεν είναι σημείο των μοντέρνων καιρών μας, είναι πολύ πιο παλιά από ό,τι νομίζουμε. Είναι μία αντικειμενική πραγματικότητα που υπάρχει. Για εμάς το να μην την νομιμοποιούμε θα ήταν σα να βασανίζουμε άσκοπα αυτούς τους ανθρώπους”.
5. Σεμνός παρά τη θέση εξουσίας που είχε
“Μόλις οι πολιτικοί αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στην ιεραρχία, ξαφνικά αισθάνονται σαν βασιλιάδες. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι όσοι προασπίζονται τη δημοκρατία βρίσκονται στον κόσμο για να διασφαλίσουν ότι κανείς δεν θα είναι πιο ίσος από τους άλλους. Χρειάζεσαι ένα παλάτι, κόκκινα χαλιά και πολλούς υπήκοους να σου λένε, “μάλιστα, κύριε”; Όλα αυτά είναι φρικτά”.
6. Αναδιανομή του πλούτου
“Οι επιχειρήσεις θέλουν απλά να αυξάνουν τα κέρδη τους. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι αρκετά από αυτά θα αναδιανεμηθούν ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν λεφτά για να αγοράσουν τα προϊόντα τα οποία παράγουν. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο εδώ – όσο λιγότερη φτώχεια υπάρχει τόσο περισσότερο ανθεί το εμπόριο”.
7. Ουσίες & ναρκωτικά
“Χειρότερο από τα ναρκωτικά είναι η διακίνηση των ναρκωτικών. Πολύ χειρότερο. Τα ναρκωτικά είναι η αρρώστια και δεν πιστεύω ότι υπάρχουν καλά ναρκωτικά ή ότι η μαριχουάνα κάνει καλό. Ούτε τα τσιγάρα κάνουν καλό. Καμία εξάρτηση δεν είναι καλή. Συμπεριλαμβάνω και το αλκόολ. Η μόνη καλή εξάρτηση είναι ο έρωτας. Ξεχάστε όλα τα υπόλοιπα”.
8. Ο φτωχότερος πρόεδρος
“Δεν είμαι ο φτωχότερος πρόεδρος. Ο φτωχότερος είναι αυτός που χρειάζεται πολλά για να ζήσει. Η ζωή μου είναι το αποτέλεσμα των τραυμάτων μου. Υπήρχαν εποχές όπου για να είμαι χαρούμενος δεν χρειαζόμουν τίποτα παραπάνω παρά ένα στρώμα για να κοιμηθώ”
9. Έδινε το 90% του μισθού του
“Έχω ένα τρόπο ζωής που δεν πρόκειται να τον αλλάξω επειδή είμαι πρόεδρος. Κερδίζω περισσότερα από όσα χρειάζομαι. Για μένα το να είμαι πρόεδρος δεν είναι θυσία είναι καθήκον”.
10. Το μυστικό της ευτυχίας
“Να ζεις σύμφωνα με τα πιστεύω σου. Να είσαι ο εαυτός σου και να μην προσπαθείς να επιβάλλεις τις απόψεις σου στους υπόλοιπους. Δεν περιμένω από τους άλλους να ζουν όπως εγώ. Θέλω να σέβομαι την ελευθερία τους αλλά προασπίζομαι τη δική μου επίσης. Και αυτό έρχεται με το να έχεις το θάρρος να λες αυτό που πιστεύεις ακόμα και όταν δεν μοιράζονται οι άλλοι την ίδια φιλοσοφία με εσένα”.

«Οι Χαλασοχώρηδες» Κεφάλαιο Δ’



Λόγω μεγέθους, θα αναρτηθεί σε 12 συνέχειες, όσα και τα κεφάλαιά του.
https://www.sansimera.gr
Το έστειλε ο Κώστας Μίντζολης
Κεφάλαιο Δ’
    Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγειος, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου , λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογιάννη.
    Μετ’ ολίγα λεπτά, ότε ο Μανόλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπτραϋντική, ηκούοντο, συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ’ αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένης με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούων τις ευλόγως υπέθετεν ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανόλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβαστεί τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάσει την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις του δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
    Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι’ υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν’ αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ’ αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανόλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
    Μόλις είχεν αναβή ο Μανόλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογιάνναινα και έτεινεν άπληστον το ούς. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων κτλ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε και εψιθύρισε προς αυτήν·
    -Τ’ ακούς, γειτόνισσα;
    -Τι ν’ ακούσω, γειτόνισσα;
    -Να, που μαλλώνουν, τ’ ανδρόγυνο.
    -Γιατί τάχα;
    -Να, από άλλο κόμμα είναι, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.
    -Μη χειρότερα.
    -Είναι και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
    Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρον κι έγινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε, πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.
    Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανόλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία·
    -Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτήν, έλεγε, δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ’ εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
    -Κείνο που θέλω εγώ θα γίνη! ανέκραζεν απειλούσα διά της χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτις, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ’ άφηνε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα στη γυναίκα!
    -Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.
    -Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.
    -Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραξεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.
    -Σας παρακαλώ…ησυχάσετε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να το ’ξερα έτσι δα…καλλίτερα να μην ερχόμουνα… Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…
    Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανόλης ο Πολύχρονος. Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος, εφ’ ου εκάθητο, και προέβη εις την υποδοχήν του. Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ’ εσάλευσεν από την θέσιν του.
    -Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
    -Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
    Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλές κουμπαριές και εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθεί να δώσει την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανόλη Πολύχρονου και συντροφίας.
    Είναι αληθές ότι κατ’ ιδίαν ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ’ η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην και απήτει να κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι δεν θα τού έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο Σπληνογιάννης και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».
    -Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανόλης.
    -Τι να ιδώ;
    -Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…
    -Μάλιστα, σ’ αυτό συμφωνώ κι εγώ, είπε μεθ’ ετοιμότητος ο Λάμπρος, δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
    -Εγώ έβαλα; είπεν οργίλως ο Μανόλης. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε…
    Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανόλην.
    -Ας είναι, θα τα καταφέρουμε, είπεν [ο Μανόλης].
    -Ας είναι, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κι οι δυο μαζί και δεν μπορεί κανείς να…
    Ακουσίως αμφότεροι οι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπει ο Σπληνογιάννης.
    -Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.
    Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας, ήν παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανόλη και εγίνετο θρασυτέρα.
    Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ένα έκαστον αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς, όπως ανταγωνίζονται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιοτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον, το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία, όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων και ορκιζόμενος καθ’ εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.
    Αλλ’ ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και έφοδος του Μανόλη του Πολύχρονου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παραστεί δωρεάν εις περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.
    Ουδέν άλλο καταφύγιον είχε ή να ζητήσει μικράν ανακωχήν·
    -Ας είναι, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είναι οι εκλογές, θα μας φωτίσει ο Θεός τι να κάνουμε…
    -Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!
    Και εκτύπα θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.
    -Όχι! Να δώσης τώρα το λόγο σου! Ν’ αποφασίσης τι θα κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
    Ο Λάμπρος και ο Μανόλης μετά μειδιάματος ευχαρίστησαν την σύζυγον τού Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
    -Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είναι τρόπος αυτός να επιμένεις τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν οι γυναίκες μας!
    -Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι όλα…με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δύο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
    -Δεν ξέρω στην παραπάνω σκάλα, είπε με πικρόν τόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν οι γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί δεν το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παπάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβείται τον άνδρα».
    Ο Λάμπρος ο Βατούλας μειδιών, ίσως διά να δώση αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·
    -Μα ξέρεις, κουμπάρε, τι την δασκαλεύει τη νύφη η μάννα της;
    -Τι;
    -Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παπάς, την ορμηνεύει να πει μέσα της τρεις φορές: «Αστοχιά στο λόγο σου, παπά μ’ , δάκω τη γλώσσα σου».
    Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.
    Ο Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην επλησίασεν εις την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν’ απέλθη. Αλλ’ ουχ ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθισεν.
    Ο Μανόλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου κι εστάθη αναποφάσιστος.
    Ουδείς εκ των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανόλης, τελευταίος ελθών, ήτο ο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανόλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθη.
    Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη πέρας και όπως ευπροσώπως εξέλθει εκ της δυσχερούς θέσεως·
    -Ας είναι, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κεινούς οπού πάνε και βάζουν σκάνδαλα στ’ ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, καθώς είπες. Κι ένα ψήφο να μας δώσεις στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσεις κι από κει (δείξας τον Μανόλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρη.
    -Όχι! Όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστύτερα.
    Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανόλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά να ακουσθεί από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
    -Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
    -Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
    -Το λοιπόν κι ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες σαν αυτούς;
    -Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!