ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

190. « ΕΦΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΤΕΚΕ »


    Πρίν από καιρό, έβαζα κάθε μέρα ένα τραγούδι που επέλεγα, ξεκινώντας από ξένα τραγούδια της  ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ’60. Ακολούθησαν ελληνικά της ίδιας περιόδου.
    Τώρα, συνεχίζω την δημοσίευση  από την συλλογή μου καθημερινά, ρεμπέτικα τραγούδια στις παλαιότερες εκτελέσεις που βρίσκω, τραγούδια που πολύ πιθανό να μην γνωρίζουν και οι λάτρεις του είδους. Ελπίζω να σας αρέσουν.
   Σήμερα έχουμε το   «ΕΦΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΤΕΚΕ »  1933
Επιθεωρησιακό νούμερο. Σύνθεση του Γιώργου Καμβύση.
Ερμηνεύουν οι Πέτρος Κυριακός, Γιώργος Καμβύσης και άγνωστοι.
Ορχήστρα με μπαγλαμά, αρμόνικα και κιθάρα.
Στην ηχογράφηση συμμετείχαν φιλικά ο Μάρκος Βαμβακάρης με το Γιώργο Μπάτη, οι οποίοι την ίδια ημέρα βρίσκονταν στο χώρο της ηχογράφησης για τα τραγούδια του Μάρκου “ΟΠΟΥ ΜΠΑΙΝΩ ΜΕ ΚΟΙΤΟΥΝΕ” και “ΜΑΡΚΟΣ Ο ΣΥΡΙΑΝΟΣ”.
Ο Τσικρικόνης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και πιθανόν είχε τεκέ στη Θεσσαλονίκη (Κώστας Βλασίδης: Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο 1929-1959, εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, 2006).
Τα σκίτσα προέρχονται από το κόμικ του David Prudhomme "ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ (ΤΟ ΚΑΚΟ ΒΟΤΑΝΙ)”.
-Ωχ, ωχ, ου!
-Ου!
-Μπούρδα, μπούρδα, μάζεψε ασβέλτα τα συμπράγκαλα και καήκαμε.
-Γιατί, ρε Τσικρικόνη;
-Ρε, την κορόιδα παρασταίνεις βρε, ή θέλεις να παραχειμάσεις στον Ωρωπό, στον άσφαλτο!
-Ναι για, ρε, μαζεύτε, ρε λεχρίτες, τους τζουράδες και ’ξηγηθείτε τους ζούλα!
-Μα τι τρέχει, ρε τσικρικόνια;
-Βρε, είσαι μεγάλο χάπι εσύ, ρε κύριε, και μια που δεν αντιλήβεσαι δια ζώσης, άκου τα πεντάγραμμο
κι έχεις το δικαίωμα της αναίρεσης αν δε σου γουστάρει
-Μπράβο!

Αδερφάκι, κάνε μόκο
μαύροι πλάκωσαν για μπλόκο
τώρα στη γωνιά τούς είδα
κάνε ζούλα την καρύδα

θα μαγκώσουν τα ντερβίσα
θα μας πάρουν τα χασίσα
τα καλάμια θα μας βρούνε
και τις ζούλες θ’ ανθιστούνε

-Μην κουνηθεί κανένας! Στον τόπο, γιατί θα σας κάψω!
-Μπράβο, κύριε μόλισμαν! Μπράβο! Τέτοια αναθροφή σε μαθαίνανε στην Κέρκυρα, ρε, στη σχολή;
-Ρε, άσ’ τις εξυπνάδες, εσύ, ρε Τσικρικόνη κι ο άλλος ο Μπάτης και να μου πείτε τώρα αμέσως πού έχετε κρυμμένο το μαύρο και τους λουλάδες; Ακούτε;
-Τι λες, μώρ’ αδερφέ μου; Λοιπόν, κύριε μόλισμαν, έχεις πέσει όξω εχτρά! Μα την Αγία Ανάσταση, έχεις πέσει όξω! Μα τι θα πει μαύρο, κύριε μόλισμαν;

Ένα μαύρο μόνο ξέρω
δεν μπορώ να σας το φέρω
την ψυχή μου που σπαράζει
μα εγώ τη λέω μαράζι

τι είν’ ντουμάνι δεν γνωρίζω
την καρδιά μου δεν ορίζω
μ’ έπιασε μεγάλη ζάλη
έκανα βαρύ κεφάλι

-Τώρα τραβάτε κατά το Τμήμα, κι εκεί ’ξηγιόσαστε με τον αστυνόμο!
-Μπράβο, δεν πάμε πουθενά, κύριε μόλισμαν!
-Έλα μέσα, ρε, που δεν πας πουθενά!
-Δεν πάμε πουθενά είπαμε! Είμαστε έντιμοι επαγγελματίες!
 -Στάσου παραπέρα, δε κορόιδο εσύ!
 -Μωρέ πάψε, μωρ’ αδερφάκι Μάρκο. Είμαστε έντιμοι επαγγελματίαι κι έχουμε τον καφενέ μας το νταραβέρι μας τουτέστιξ δηλαδή και στρίβε με το καλό που σου λέω, κύριε μόλισμαν…
-Ρε τράβα μέσα γιατί βγάζω το γκλομπ, ρε!
-Ποιο γκλομπ θα βγάλεις;
-Ναι, το γκλομπ, ρε, αν δεν πάτε μέσα!
-Ρε μάγκες!
-Βουρ, ρε Μάρκο!
-Αντε ρε Μπάτη!
-Βουρ, ρε Μπάτη!
-Ωχ! Βαγγελίστρα μου! Ωπ!
-Πάει το καφενείο.
«δεχόμαστε και παραγγελιές