ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Η ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ



Ιωάννης Μ. Ασλανίδης Αντιστράτηγος ε.α.
                Αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας με τις μουντζούρες στους τοίχους είναι ακατανόητο, απαράδεκτο και ένα ακόμη στοιχείο ελλείψεως αγωγής από μερίδα νέων μας. Πρόσφατα, ταξίδευε ένα τουριστικό λεωφορείο σε κάποιες πόλεις της Ευρώπης με Έλληνες από την Θεσσαλονίκη. Κατά την μετακίνηση του λεωφορείου μέσα στην πόλη της Πράγας, οι ταξιδιώτες από την Θεσσαλονίκη εντυπωσιάστηκαν από την καθαριότητα και την παντελή έλλειψη ρυπάνσεων των τοίχων της πόλεως. Την εντύπωση αυτή την είπαν στην συνοδό τους αγανακτισμένοι από την εικόνα που παρουσιάζουν τοίχοι ιδίως δημοσίων κτιρίων κ.λπ. στην Ελλάδα. Η συνοδός χαμογέλασε και είπε, πως κι εδώ υπάρχουν γραψίματα στους τοίχους. Λίγο πιο κάτω σε μια στροφή έδειξε στους εκδρομείς με δεικτικό χαμόγελο ένα τοίχο, που όντως ήταν γραμμένος, έκπληκτοι διαβάσανε την λέξη «ΕΛΛΑΔΑΡΑ» 
               Αυτή η λαίλαπα, τα τελευταία χρόνια της Μουτζούρας, των γκράφιτι και της συνθηματολογίας πολιτικής, κοινωνικής και γηπεδικής που ρυπαίνουν τους τοίχους των μεγαλουπόλεων και ιδίως της πόλεως των Αθηνών, έχει ξεπεράσει ακόμη και την υπερβολή.
            Το κέντρο της Αθήνας μοιάζει μερικές φορές έτσι όπως είναι γραμμένοι οι τοίχοι του, σαν να πρόκειται για μια υπαίθρια γκαλερί ζωγραφικής αφηρημένης τέχνης. Ισόγεια πολυκατοικιών, δημόσια κτίρια, νεοκλασικά διατηρητέα, σχολεία, παγκάκια, βαγόνια τρένων κ.λπ., φαίνεται ότι τίποτε δεν μπορεί να γλυτώσει από την λαίλαπα αυτήν των παραβατικών ενεργειών κάποιων οι οποίοι επιθυμούν ν’ αποθανατίσουν αποτυπώματά τους στους τοίχους με άθλιες μουντζούρες, αλλά και πολλές φορές με αξιόλογα «γκράφιτι» έργα τέχνης, που μειώνουν την αξία των, με την άνομη παρουσία αυτών σε ακατάλληλους χώρους.
            Σε μερικές συνοικίες των Αθηνών, η κατάσταση έχει επιβαρυνθεί πάρα πολύ, που οι κάτοικοί των σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Παρατηρείται το φαινόμενο στην μορφή ρύπανσης των τοίχων κ.λπ., η απόσταση μεταξύ βανδαλισμού και έμπνευσης είναι ελάχιστη. Γενικά η επιθυμία να γράφουμε στους τοίχους διαλαθόμενοι την προσοχή των ανθρώπων ή περισσότερο της αστυνομίας είναι μια, κατά την γνώμη μου, μορφή βαρβαρότητας.
            Τα «γκράφιτι» που θεωρούνται μία ήπιας μορφής παραβατικότητα, κατά κάποιους ερευνητές, άρχισαν να εμφανίζονται σε πόλεις που διέρχονται κρίση και πολλαπλασιάστηκαν όταν αυτές, γνώρισαν οικονομικά προβλήματα και μεγάλες κοινωνικές ανισότητες. Η ταυτότητα τουλάχιστον των ελληνικών «γκράφιτι», κατά τους ειδικούς καταδεικνύουν την πολιτισμική κρίση που διέρχεται η χώρα μας, την αποσύνθεση του δημοσίου χώρου και τα οικονομικά και λοιπά αδιέξοδα της σημερινής νεολαίας, παρουσιάζοντας μια νεολαία θυμωμένη, συχνά ασεβής και βάρβαρη μέσα από την παράνομη δημιουργική της.
            Η ποινικοποίηση των «γκράφιτι» μιας βέβαια ήπιας μορφής παραβατικότητας δεν έχει γίνει στην Ελλάδα, ούτε έχουν ληφθεί άλλα μέτρα για τον περιορισμό των. Η Αστυνομία στην Ελλάδα, όταν ασχοληθεί με το θέμα αυτό, τους οδηγεί στην Αστυνομία προς εξακρίβωση στοιχείων και τίποτε άλλο.
            Η Πολιτεία δεν έχει προβλέψει, ούτε έστω ήπιους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος ρύπανσης των τοίχων, όπως συμβαίνει σε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Π.χ. στη Γαλλία έχουν δημιουργηθεί ομάδες πολιτών που σβήνουν τα «γκράφιτι» και λοιπές μουντζούρες. Βγαίνουν με ειδικά αυτοκίνητα στους δρόμους και κάνουν αυτή την δουλειά, προσπαθώντας πολλές φορές να εντοπίσουν ακόμη και τον παραβάτη.
            Είναι εξακριβωμένο όσο μεγαλώνει ο νέος αλλάζει μυαλά, δεν γράφει πλέον, όπως του έρθει και όπου του έλθει. Μεγαλώνοντας δημιουργούνται ορισμένες αναστολές της παραβατικότητάς του αυτής, ίσως από φόβο, ίσως από αίσθημα πλέον ευθύνης και ίσως από την γνώση πλέον ότι, με την άνομη συμπεριφορά του, αναγνωρίζει την ζημιά που προκαλεί στους συνανθρώπους, στην κοινωνία και στην όλη εικόνα της Πατρίδος του.
            Πέραν των μέτρων απόσβεσης των καλαισθητικών και κακοαισθητικών εικόνων που παρουσιάζουν τα πάσης μορφής γραφόμενα στους τοίχους, απαιτείται και προσπάθεια πρόληψης και εάν είναι δυνατόν μείωσης στο ελάχιστο τουλάχιστον της αντιαισθητικής εικόνας αυτής από τους τοίχους.
            Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια της πολιτείας, των διδασκάλων και ιδίως της οικογένειας, για την διαπαιδαγώγηση των νέων μας, ώστε να συνειδητοποιήσουν από την μικρή των ηλικία ότι δεν θα πρέπει να επιδίδονται σε τέτοιες παραβατικότητες που βλάπτουν τους συνανθρώπους των και την εικόνα της πόλης των.