ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

"Δεν είμαστε Γερμανοί!" Η Ελληνική απάντηση στην Γερμανική εκστρατεία δυσφήμισης για το εγκλήμα στο "Lorelei" (4 - 6 Νοεμβρίου 1902)



γράφει ο Φιλίστωρ
    Η Ελλάδα το 1902 βρισκόταν σε δεινή οικονομική, ηθική και κοινωνική κατάσταση. Λίγα χρόνια πριν, το 1897 είχε υποστεί μια ταπεινωτική στρατιωτική ήττα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που ίσως δεν είχε εδαφικό αντίκτυπο πλην μικρών αλλαγών στην μεθοριακή γραμμή, αλλά είχε ως επίπτωση την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου υπό την αιγίδα της Γερμανίας. Ο Δ.Ο.Ε. είχε ως αποστολή την απευθείας είσπραξη των προσόδων του Ελληνικού κράτους προς ικανοποίηση των πιστωτών της Χώρας που είχαν μείνει ξεκρέμαστοι μετά την χρεοκοπία του 1896. Οι πρόσοδοι αυτοί προέρχονταν από τα κρατικά μονοπώλια (φωταέριο, οινόπνευμα κτλ) και από τα έσοδα των τελωνείων. Αναμφίβολα ο οικονομικός αντίκτυπος ήταν μεγάλος για την χώρα, καθώς το δημόσιο  κατάφερνε να πληρώνει τους υπαλλήλους του, όμως δεν είχε χρήματα για δημόσια έργα και για τις ένοπλες δυνάμεις που αποτελούσαν την μόνη ελπίδα της Ελλάδας να "μεγαλώσει" προς Βορρά και να καταστεί βιώσιμη. Οι οικονομικές επιπτώσεις στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν μικρές καθώς εκείνη την εποχή λίγοι φορολογούμενοι είχαν οικονομική σχέση εξάρτησης με το δημόσιο και δεν υπήρχαν συνταξιούχοι. Το πλήγμα όμως ήταν κυρίως ηθικό, καθώς οι Έλληνες ένιωθαν ταπεινωμένοι και εξευτελισμένοι στα μάτια της Διεθνούς κοινότητας. Τον Νοέμβριο του 1901 είχαν γίνει τα αιματηρά γεγονότα των "Ευαγγελικών" που επέφεραν την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη, ενώ η μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια για την οικονομική δυσπραγία και τους πολλούς φόρους είχε φέρει προ των πυλών της εξουσία τον Θεόδωρο Δεληγιάννη.

    Μέσα σε αυτό το καταθλιπτικό κλίμα συνέβη το συνταρακτικό έγκλημα του "Λωρελάυ". Τον Οκτώβριο του 1902, η Γερμανική θαλαμηγός Λωρελάυ που ανήκε στην Γερμανική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, κατέπλευσε στον Πειραιά για να επισκευαστεί από τα ναυπηγεία Βασιλειάδη. Όλα τα κιβώτια που υπήρχαν στο πλοίο μεταφέρθηκαν και αποθηκεύτηκαν στα ναυπηγεία, εκτός ενός κιβωτίου που έμεινε στο πλοίο όπου είχε τοποθετηθεί μόνιμη φρουρά από ένα υπαξιωματικό κι έναν ναύτη. Το πρωινό της 3ης Νοεμβρίου 1902,
ένας αξιωματικός του πλοίου ανήλθε για να κάνει τον προβλεπόμενο έλεγχο, όταν διαπίστωσε ότι το κιβώτιο είχε κλαπεί, ενώ είχαν εξαφανιστεί ο υπαξιωματικός Μπρίτσκι και ο ναύτης Κόλλερ. Η αίθουσα που βρισκόταν το κιβώτιο αλλά και οι χώροι γύρω από αυτήν ήταν γεμάτοι από λίμνες αίματος, ενώ επίσης ύποπτο ήταν ότι έλειπε και η βάρκα του πλοίου, ενώ το σκοινί που ήταν δεμένη είχε στάλες από αίμα πάνω του.
    Το νέο θορύβησε την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη που ευλόγως φοβόταν τυχόν διεθνείς επιπλοκές.
Η Ελληνική κοινή γνώμη αναστατώθηκε καθώς τα αιματηρά εγκλήματα ήταν πολύ σπάνια εκείνα τα χρόνια (ακόμη και οι ληστές σπανίως σκότωναν), ενώ ελλόχευε ο κίνδυνος η δολοφονία Ευρωπαίων και η κλοπή διπλωματικών εγγράφων να δυσφυμούσε την Χώρα διεθνώς, όπως είχε γίνει στην περίπτωση της δολοφονίας των Άγγλων περιηγητών στο Δήλεσι τρεις δεκαετίες πριν. Αμέσως οι Ελληνικές Αρχές ξεκίνησαν έρευνες με επικεφαλής τον αστυνόμο Μήτσα και τον Λιμενάρχη Ανδριόπουλο που ανέλαβαν την εξιχνίαση του εγκλήματος. Η πρώτη εύλογη σκέψη του Ανδριόπουλου ήταν να ψάξει τον βυθό της περιοχής που άραζε το πλοίο θεωρώντας ότι θα βρίσκονταν - πιθανότατα - τα θύματα. Ρώσοι δύτες έψαξαν αυθημερόν την περιοχή και  λίγες ώρες μετά ανέσυραν το άψυχο σώμα του Μπρίτσκι, αλλά δεν βρέθηκε πουθενά το πτώμα του Κόλλερ. Η άποψη του κυβερνήτη του πλοίου φον Ρόϋτερ και της Γερμανικής πρεσβείας ήταν ότι η ληστεία του πλοίου έγινε από Έλληνες που δολοφόνησαν τους δύο Γερμανούς αποκομίζοντας το κιβώτιο. Από Ελληνικής πλευράς, τις έρευνες ανέλαβε ο διευθυντής της αστυνομίας Γενίσερλης, που κατά την άποψη των περισσοτέρων, ήταν ο εξυπνότερος και εμπειρότερος εγκληματολόγος που διέθετε η Ελλάδα τότε.

    Μετά από έρευνα στο τόπο του εγκλήματος ο Γενίσερλης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί 
 έκαναν λάθος στις εκτιμήσεις τους. Θεωρούσε πολύ δύσκολο Έλληνες να πλησιάσουν το πλοίο χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, ενώ επίσης δύσκολο θα τους ήταν να βρουν τον προσανατολισμό τους καθώς δεν γνώριζαν τους χώρους του πλοίου. Επίσης ήταν ακατανόητο γιατί διέφυγαν με την βάρκα του πλοίου αφού θα είχαν πλησιάσει από την στεριά με την δική τους. Η πιθανότερη εκδοχή των αρχών ήταν ότι το έγκλημα το είχαν διαπράξει Γερμανοί ναύτες του πληρώματος που γνώριζαν τα θύματα, γνώριζαν πως να κινηθούν και που βρισκόταν το κιβώτιο.
    Οι Γερμανοί όμως επέμεναν καθώς θεωρούσαν απίθανο Γερμανοί ναύτες να σκότωναν για ένα κιβώτιο που γνώριζαν ότι περιείχε μόνο έγγραφα και ο Γερμανός πρέσβης τηλεγράφησε στην κυβέρνηση του ότι οι δολοφόνοι ήταν Έλληνες ζητώντας την άδεια να τους επικηρύξει. Το νέο των δολοφονιών έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση στην Γερμανική κοινή γνώμη, ενώ ο Γερμανικός Τύπος φιλοξενούσε ανθελληνικά δημοσιεύματα χαρακτηρίζοντας τους Έλληνες ως έθνος ληστών και δολοφόνων. Την διεθνή κατακραυγή κατά της Ελλάδας υποδαύλιζαν οι ξένοι ανταποκριτές εφημερίδων που βρίσκονταν στην Αθήνα και οι οποίοι υιοθετούσαν πλήρως το σκεπτικό του Γερμανού κυβερνήτη. Ήταν τόσο σίγουροι οι Γερμανοί για την ενοχή των Ελλήνων ώστε να επικηρύξουν τους Έλληνες εγκληματίες έναντι 1000ων μάρκων. Η επικήρυξη έθιξε τους Έλληνες καθώς θεωρήθηκε ότι οι Γερμανοί θεωρούσαν ότι οι Ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν να εξιχνιάσουν το έγκλημα και είχαν ανάγκη της οικονομικής αρωγής των Γερμανών.  
    Οι Ελληνικές εφημερίδες προσπάθησαν να υπερασπιστούν τις Ελληνικές θέσεις περί αθωότητας των Ελλήνων, όμως το ηθικό της Ελληνικής κοινωνίας είχε τρωθεί από το αποτρόπαιο έγκλημα και στους δρόμους, στην αγορά και στα καφενεία της Αθήνας το κλίμα ήταν βαρύ και όλοι ήταν ιδιαίτερα κατηφείς. Όσο απίστευτο και αν ακούγεται σήμερα, υπήρχε μια πάνδημος αγωνία να αποδειχθεί ότι οι εγκληματίες δεν ήταν Έλληνες, που έφτανε τα όρια της ομαδικής υστερίας. Η λύση του δράματος όμως ήρθε εντελώς απρόσμενα το απόγευμα της 5ης Νοεμβρίου από τον νεαρό εύζωνα Δημήτριο Σαούτη που υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιθέας. Ο Σαούτης είχε δει σκίτσα του Γερμανού ναύτη Κόλλερ που αναζητούσε εναγωνίως η αστυνομία. Ένα απόγευμα που γύριζε σπίτι του με το τρένο, είδε έναν άνδρα με ξενικά χαρακτηριστικά και ναυτική περιβολή να περπατάει στον δρόμο. Ο Σαούτης πίστεψε ότι ίσως ήταν ο Κόλλερ και κατεβαίνοντας αμέσως στην επόμενη στάση κατάφερε να τον συλλάβει και να ειδοποιήσει τις αρχές.

    Στις ανακρίσεις που ακολούθησαν ο Κόλλερ δεν άργησε να παραδεχθεί την ενοχή του: αυτός είχε αιφνιδιάσει τον Μπρίτσκι και τον είχε σκοτώσει πισώπλατα ρίχνοντας το άψυχο σώμα του στην θάλασσα.  Αμέσως μετακίνησε με δυσκολία το κιβώτιο στην βάρκα πιστεύοντας ότι περιείχε κάτι πολύτιμο καθώς δεν γνώριζε γράμματα για να διαβάσει την επιγραφή απέξω ότι περιείχε έγγραφα. Τελικώς απέτυχε να ανοίξει το κιβώτιο και το εγκατέλειψε. Αυτό που έκανε εντύπωση στους Έλληνες αστυνομικούς ήταν η απάθεια του Κόλλερ και η ευκολία με την οποία περιέγραφε το φρικαλέο έγκλημα του. Από τον συνδυασμό των καταθέσεων του Κόλλερ και των υπολοίπων ναυτών, ανακαλύφθηκε ότι ο Μπρίτσκι είχε γίνει υπαίτιος να τιμωρηθεί ο Κόλλερ και αυτό είχε εξοργίσει τον δολοφόνο και είχε διευκολύνει την τελική του απόφαση.
    Το νέο της ενοχής του Πρώσου ναύτη λύτρωσε κυριολεκτικά τους Έλληνες οι οποίοι πανηγύρισαν με μια ειλικρινή χαρά αποθεώνοντας τον εύζωνα Σαούτη του οποίου σκίτσα κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων. Το απόγευμα της 5ης Οκτωβρίου, όμιλοι πολιτών συγκεντρώνονταν σε κάθε γωνιά της πόλης και συζητούσαν το μεγάλο νέο με χαρά και ανακούφιση δοξάζοντας τον Θεό. Ο Κόλλερ κρατήθηκε μέχρι τις 01.00 την νύχτα στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ακαδημίας δεχόμενος ερωτήσεις και τότε αποφασίστηκε η μεταφορά του στον Πειραιά για να αποφευχθεί η επαφή του με τον κόσμο. Ενώ όμως γινόταν η μεταφορά του από τέσσερις αστυνομικούς, χιλιάδες Αθηναίοι κύκλωσαν τους πέντε άνδρες και τον εισαγγελέα Λυκουρέζο που συνόδευε την πομπή, ζητωκραυγάζοντας υπέρ της Ελλάδας και της αστυνομίας, ενώ δύο ήταν τα μυριόστομα συνθήματα:
-Δεν είμαστε Γερμανοί!
-Κάτω οι υβριστές μας!
    Το αποκορύφωμα του λαϊκού ξεσπάσματος έγινε στον Πειραιά όπου είχε μαζευτεί χιλιάδες κόσμου. Υποδέχτηκαν τον δολοφόνο με γιουχαΐσματα φωνάζοντας τα ίδια συνθήματα υπέρ της Ελλάδας και κατά των υβριστών της. Το πάθος του κόσμου ήταν τέτοιο, που αν ο Κόλλερ έπεφτε στα χέρια του, ασφαλώς θα τον κομμάτιαζε. Τον δολοφόνο περικύκλωσαν 50 αστυνομικοί για να τον γλιτώσουν από το μαινόμενο πλήθος που βρισκόταν σε ομαδική παράκρουση. Άλλοι φώναζαν, άλλοι έβριζαν, άλλοι χόρευαν, ενώ στα γεγονότα πρωτοστατούσαν και γυναίκες κόντρα στα αυστηρά ήθη της εποχής. Ακόμη και στους τοίχους τοιχοκολούνταν αφίσες που έγραφαν "δεν είμαστε Γερμανοί!". Ο Γενίσερλης παρουσιάστηκε και στον Γεώργιο Α΄ για να του αναγγείλει επισήμως την σύλληψη και την ομολογία του Πρώσου ναύτη για να λάβει τα συγχαρητήρια του Βασιλιά για την εξιχνίαση του εγκλήματος από τις Ελληνικές αρχές, ενώ δήλωσε ευτυχής που τελικώς δεν συμμετείχαν Έλληνες στο έγκλημα.
    Όλες οι Ελληνικές εφημερίδες της 6ης Νοεμβρίου βγήκαν με διθυραμβικά σχόλια για τις Ελληνικές Αρχές δείχνοντας "αβροφροσύνη" προς τους Γερμανούς δημοσιογράφους, παρατηρώντας ότι δεν επιτρέπεται η εθνικότητα του εγκληματία να σπιλώνει ένα ολόκληρο έθνος. Η όπως έγραφε μια Ελληνική εφημερίδα:
''Υπήρξε ημέρα αποδείξασα και διατρανώσασα, οτι η μικρά μας πατρίς δεν έχει βδελυρούς κακούργους, δυναμένους και διανοηθώσιν έγκλημα ώς το πλημμυρίσαν με αίμα το πολεμικόν σκάφος της ξένης δυνάμεως, αποδείξασα ακόμη, ότι η Ελληνική δικαιοσύνη δεν έχει ανάγκη της επικουρίας των γερμανικών μάρκων του φον Ρόιτερ, των αυθαδώς δωρούμενων εις εκείνων, όστις θα επιδείκνυε τον εγκληματία''.

    Ο Σαούτης λατρεύτηκε σαν ήρωας (πολλές εφημερίδες έγραφαν ότι ήταν πολύ εξυπνότερος από τον έμπειρο Γερμανό πλοίαρχο, ενώ χαρακτήριζαν ως συμπαθείς ηλιθίους συλλήβδην τους Γερμανούς αξιωματικούς του πλοίου), ενώ αρνήθηκε να παραλάβει την αμοιβή χιλίων μάρκων που του πρόσφερε η γερμανική πρεσβεία. Τα μακροσκελή χρονικά της σύλληψης που δημοσιεύονταν περιέγραφαν με απίστευτη λεπτομέρεια τις ενέργειες του νεαρού Σαούτη, πως εντόπισε τον καταζητούμενο και με πόση ευγένεια του φέρθηκε αρχικά καθώς δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ο ύποπτος. Ο Γερμανός πρέσβης βαρώνος Πλεσσάν προσπάθησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις δηλώνοντας πως τα φυλλάδια των επικηρύξεων δεν είχαν τυπωθεί με την άδεια της Γερμανικής πρεσβείας, ενώ ο πλοίαρχος φον Ρόϋτερ που ήταν και ο πλέον εριστικός εναντίον των Ελλήνων, με δηλώσεις του διαμαρτυρήθηκε ότι είχαν παραποιηθεί από τις εφημερίδες όσα είχε πει και σε καμία περίπτωση δεν είχε προσβάλλει τους Έλληνες.

Η Μάχη της Τήλου



    Μία ακόμη επιχείρηση του Ιερού Λόχου που εξιστορείται με γλαφυρό ύφος από τον συντάκτη του άρθρου.  Το άρθρο είναι γραμμένο από το 2009 και αναρτήθηκε στο ιστολόγιο "In Karpathos". Είναι ιστολόγιο του ομώνυμου ακριτικού νησιού που έχω επισκεφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν.
     Δεν έχω τίποτα να προσθέσω από όσα λεπτομερώς παρουσιάζει ο συγγραφέας. Είναι από τις ιστορίες που δεν είναι πολύ γνωστές στο ευρύ κοινό. Ιστορίες ηρωισμού και θυσίας Ελλήνων μαχητών για την απελευθέρωση της πατρίδας. 
    Όλα τα έδιναν γι' αυτήν. Δεν σκέφτονταν τα οικονομικά προβλήματα τότε! Υπήρχαν και χειρότερα! 
 Ανιχνευτής
    Το καλοκαίρι του 1944 έγινε δύσκολη η θέση των Γερμανών που είχαν αποκλειστεί στα Δωδεκάνησα. Χωρίς ναυτικό και αεροπορική κάλυψη, ο εφοδιασμός των Γερμανών της Ρόδου από τη ναυτική βάση της Λέρου γινόταν την νύχτα με καΐκια και με ενδιάμεσους σταθμούς την Κάλυμνο, Κω και Σύμη. Μετά την κατάληψη της Σύμης από τους Συμμάχους τον Σεπτέμβριο του 1944, ο ενδιάμεσος σταθμός της Σύμης αντικαταστάθηκε από την Τήλο. Εάν οι Σύμμαχοι καταλάμβαναν και την Τήλο, η Γερμανική φρουρά της Ρόδου, χωρίς τρόφιμα και άλλα εφόδια θα αναγκαζόταν να παραδοθεί. Γι αυτό το λόγο, από τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι τον Μάρτιο του 1945, συμμαχικές και γερμανικές δυνάμεις αγωνίστηκαν με πείσμα για την κυριαρχία του νησιού.

Η Μάχη αρχίζει
    Στις 20 Οκτωβρίου 1944 αποβιβάστηκε στην Τήλο (πιέστε για τον χάρτη) αναγνωριστική περίπολος του Ιερού Λόχου, η οποία ήλθε σε επαφή με τους τοπικούς παράγοντας που συνεργάζονταν με τους συμμάχους.  Μετά από συστηματική παρακολούθηση διαπίστωσαν ότι η φρουρά του νησιού αποτελούνταν από 73 Γερμανούς και 80 άοπλους Ιταλούς, οχυρωμένοι στο φρούριο Κάστελλο, κοντά στα Λειβάδια, το μοναδικό λιμάνι του νησιού.
    Τα μεσάνυχτα της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου, μια διμοιρία 47 Ιερολοχιτών υπό τον υπολοχαγό Δημήτριο Ζαφειρόπουλο και 7 Βρετανοί, συνοδευόμενοι από το βρετανικό καταδρομικό Sirius αποβιβάστηκαν στον όρμο Άγιος Θεολόγος. Ήλθαν σε επαφή με την περίπολο και στις 07:30 βρίσκονταν αντιμέτωποι με τις γερμανικές θέσεις στο Κάστελλο. Στο μεταξύ το καταδρομικό Sirius κατάπλευσε στα Λειβάδια και άρχισε να βάλει κατά των Γερμανών. Στις 08:30 οι Ιερολοχίτες άρχισαν την επίθεση τους και μετά από σκληρή μάχη κατέλαβαν το Κάστελλο, αιχμαλωτίζοντας 50 Γερμανούς και 70 Ιταλούς, οι δε απώλειες των εχθρών ανήλθαν σε 5 νεκρούς και 10 τραυματίες. Την ίδια μέρα, ελληνοβρετανική περίπολος εξουδετέρωσε το φυλάκιο στο κόλπο της Ερίστου αιχμαλωτίζοντας 17 Γερμανούς και ένα Ιταλό. Την ίδια μέρα το καταδρομικό Sirius παρέλαβε τους αιχμαλώτους και αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια. 
    Μόλις το Γερμανικό Στρατηγείο της Ρόδου έμαθε την παράδοση της φρουράς της Τήλου, έστειλε απόσπασμα 100 ανδρών υπό τον υπολοχαγό Jenninger για να επανακαταλάβει το νησί. Χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, οι Γερμανοί αποβιβάστηκαν στον όρμο Άγιος Ζαχαρίας και το πρωί της 28ης Οκτωβρίου επιτέθηκαν εναντίων των Ιερολοχιτών και ταυτόχρονα, δυο γερμανικά πλοία εισήλθαν στον κόλπο των Λειβαδίων και από πολύ κοντά άρχισαν να βομβαρδίζουν. Οι Ιερολοχίτες, οχυρωμένοι στο κτίριο της Αστυνομίας, κράτησαν τις θέσεις τους και απέκρουσαν τρεις Γερμανικές επιθέσεις.
    Όταν όμως άρχισε να νυχτώνει αχρηστεύθηκε το τρίτο και τελευταίο οπλοπολυβόλο τους και αναγκάστηκαν να αποχωρίσουν. Με την βοήθεια της νύχτας χωρίσθηκαν σε μικρότερες ομάδες και αποσύρθηκαν προς τα γύρω βουνά. Οι Γερμανοί δεν τους επιτέθηκαν, αλλά πήραν αμυντικές θέσεις γύρω από τα Λειβάδια έχοντας την υποστήριξη των πλοίων τους. Υπήρχαν αρκετοί νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι και έλλειψη από πυρομαχικά και από τις δυο μεριές, η μέρα πέρασε χωρίς να υπάρξει νικητής. 
    Το Αρχηγείο του Ιερού Λόχου μόλις έμαθε για την αντεπίθεση των Γερμανών και την δύσκολη θέση των Ιερολοχιτών, έστειλε από την Χίο το αντιτορπιλικό Ναυαρίνο με 25 άνδρες υπό τον ταγματάρχη Φλέγκα. Στις 10 το πρωί της 29ης Οκτωβρίου το Ναυαρίνο έφτασε στην Τήλο. Αλλά και το Γερμανικό Στρατηγείο δεν ήταν ικανοποιημένο από τις πολεμικές εξελίξεις, παρά την υπεροπλία των Γερμανών. Το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου έστειλε από την Ρόδο και δεύτερο απόσπασμα 60 ανδρών υπό τον έμπειρο και ικανό υπολοχαγό Hans Vogeler, με εντολή να ανακαταλάβει την Τήλο. Το δεύτερο απόσπασμα ξεκίνησε από την Κάμειρο Σκάλα και περνώντας από την Αλιμιά, έφθασε το ίδιο βράδυ στον όρμο Άγιος Σέργης. Το επόμενο πρωί, κινήθηκε προς τα Λειβάδια ψάχνοντας να βρει το πρώτο απόσπασμα. 
Το "Ναυαρίνο"
    Στις 1:30 το απόγευμα της ίδιας μέρας το "Ναυαρίνο" μπήκε στον κόλπο των Λειβαδίων με σκοπό να αποβιβάσει το απόσπασμα και ένα ναυτικό άγημα. Ενώ άρχισε να βάλει και να βομβαρδίζει δύο γερμανικά σκάφη που ήταν στον όρμο του Αγίου Στεφάνου, δέχθηκε πυρά όλμων και οπλοπολυβόλων από τα γύρω υψώματα. Το "Ναυαρίνο" ανταπέδωσε το πυρ και σίγησε τα οπλοπολυβόλα, αλλά συνέχισε να βάλλεται από το Κάστελλο. Για να αποφύγει τα πυρά των όλμων εξήλθε του κόλπου με ελιγμούς. Μισή ώρα αργότερα το "Ναυαρίνο" άρχισε πάλι να βάλει κατά των γερμανικών αποβατικών, υπό την κατεύθυνση ανιχνευτικού σκάφους, με αποτέλεσμα να βυθίσει το ένα και να προκαλέσει ζημίες στο άλλο. Το απόγευμα παρουσιάστηκαν τέσσερα συμμαχικά αεροπλάνα που επιτέθηκαν εναντίον των γερμανικών θέσεων.
    Το πρώτο γερμανικό απόσπασμα αποσύρθηκε από την περιοχή του λιμανιού σε μια κοιλάδα κοντά στα Λειβάδια. Στο μεταξύ, το δεύτερο απόσπασμα ανακάλυψε συμμαχικά εφόδια στον όρμο του Αγίου Θεολόγου, άφησε φρουρούς και συνέχισαν να ψάχνουν για τους συναδέλφους τους, τους οποίους εντόπισαν το βράδυ της 29ης. Το απόγευμα και όλη τη νύχτα της 29ης το Ναυαρίνο περιέπλεε την Τήλο ψάχνοντας να βρει τις σκορπισμένες συμμαχικές δυνάμεις. Περισυνέλεξε τους περισσοτέρους εκτός από 14 που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς.
    Το επόμενο πρωί, οι δυο επικεφαλής Γερμανοί αξιωματικοί εκτίμησαν την κατάσταση και κατόπιν εντολής, επέστρεψε στην Ρόδο το πρώτο απόσπασμα παίρνοντας μαζί του τους Γερμανούς νεκρούς και τραυματίες και τους αιχμαλώτους, από τους οποίους μερικοί ήταν τραυματίες. Στην Τήλο έμειναν οι 60 Γερμανοί υπό το Vogeler. Από τη μεριά των Συμμάχων, ο ταγματάρχης Φλέγκας αποφάσισε την αποχώρηση των Ιερολοχιτών. Άφησαν στην Τήλο τον ανθυπολοχαγό Απέργη με δυο Βρετανούς για να παρακολουθούν τις κινήσεις των Γερμανών. Το Ναυαρίνο αναχώρησε το ίδιο βράδυ, αφού βομβάρδισε τις γερμανικές θέσεις.
    Την επομένη, 31η Οκτωβρίου, ο Vogeler, με όποιο οπλισμό μπόρεσε να περισυλλέξει και να επισκευάσει και με τα συμμαχικά εφόδια, δημιούργησε ένα μικρό στρατόπεδο μέσα σε μια κοιλάδα κοντά στα Λειβάδια.  Απ’ εκεί προχώρησε προς το βόρειο μέρος του νησιού και κατασκεύασε ένα μικρό αεροδρόμιο για να μπορούν να προσγειώνονται μικρά αεροπλάνα. Στο μεταξύ, εμφανίσθηκαν μικρές συμμαχικές μονάδες, δεν έλαβαν όμως μέρος σε σοβαρές συγκρούσεις, γιατί η δύναμη τους ήταν περιορισμένη. Ούτε όμως και οι Γερμανοί μπορούσαν με 60 άνδρες να καλύψουν ολόκληρο το νησί.
Όμηροι
    Μια από τις επόμενες μέρες ο Vogeler πήρε διαταγή από τη Ρόδο να συλλάβει 30 ομήρους και να τους εκτελέσει. Μόλις ο Jenninger επέστρεψε στη Ρόδο έδωσε αναφορά και για να δικαιολογήσει την έλλειψη επιθετικότητας το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου και την αδυναμία του να ανακαταλάβει την Τήλο, ανέφερε ότι μαζί με τους Συμμάχους πολεμούσαν και ντόπιοι πολίτες. 
    Ο Vogeler ήταν υποχρεωμένος να υπακούσει στη διαταγή, αλλά η δική του εκτίμηση ήταν ότι οι ντόπιοι δεν πήραν μέρος στη μάχη. Όταν, το πρωί της 30ης Οκτωβρίου, μόνο δυο-τρεις πολίτες βρέθηκαν νεκροί και χωρίς οπλισμό πάνω τους ή κοντά τους. Μη θέλοντας να εκτελέσει τη διαταγή, συνέλαβε 21 ομήρους, τους οποίους δεν εκτέλεσε, αλλά με έμπιστο του υπαξιωματικό τους έστειλε στη Ρόδο, με εντολή να τους παραδώσει στο στρατοδίκη αξιωματικό. Έστειλε και γραπτή αναφορά που έλεγε ότι, σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, οι πολίτες δεν έλαβαν μέρος στη μάχη. Μετά από 50 μέρες οι όμηροι αφέθηκαν ελεύθεροι και επέστρεψαν στην Τήλο.
    Στις 20 Νοεμβρίου οι Γερμανοί της Τήλου ενισχύθηκαν με απόσπασμα 40 ανδρών από την Κάλυμνο και άρχισαν επιθετικές ενέργειες κατά των μικρών συμμαχικών ομάδων που δρούσαν στη βόρειο Τήλο. Στις 27 Νοεμβρίου έγινε ισχυρή συμμαχική επίθεση στην περιοχή των Λειβαδίων από Ινδικές δυνάμεις προερχόμενες από τη Σύμη. Οι Γερμανοί προέβαλαν ισχυρή αντίσταση και μετά από σύντομη αλλά σκληρή μάχη οι Σύμμαχοι αποχώρησαν. Στις 30 Νοεμβρίου ο Vogeler παρέδωσε τη διοίκηση στον αντικαταστάτη του και επέστρεψε στη Ρόδο όπου προάχθηκε σε λοχαγό και του απονεμήθηκε ο «Σιδηρούς Σταυρός».
Η Τελική μάχη
    Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1945 οι Σύμμαχοι αποφάσισαν την οριστική κατάληψη της Τήλου. Για τον σκοπό απέσπασαν δύναμη ενός τάγματος από τη Σύμη, που το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου αποβιβάστηκε στον κόλπο του Αγίου Αντωνίου της βόρειας Τήλου και στον κόλπο του Αγίου Σέργη στο νότιο τμήμα του νησιού. Εκτός του ναυτικού και της αεροπορίας, η δύναμη ξηράς ανερχόταν σε 513 άνδρες και αποτελούταν από δύο συγκροτήματα του Ιερού Λόχου υπό τους ταγματάρχες Παύλο Δημόπουλο και Καζακόπουλο και από δύο λόχους Ινδών. Διοικητής των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο αντισυνταγματάρχης Τριανταφυλάκος. Η Γερμανική φρουρά της Τήλου υπό τον υπολοχαγό Heinemann ανερχόταν σε 162 συμπεριλαμβανομένων δυο Ιταλών και ενός γιατρού.
    Στον όρμο Λουμπούδι της βόρειας Τήλου αποβιβάστηκε το συγκρότημα Δημόπουλου και μια διμοιρία Ινδών συνολικής δύναμης 138 ανδρών. Η κυρία δύναμη 246 ανδρών αποτελούμενη από δύο λόχους Ινδών (εκτός μιας διμοιρίας), ομάδα όλμων του Ιερού Λόχου και το επιτελείο, αποβιβάστηκε στον κόλπο του Αγίου Αντωνίου. Στο κόλπο του Αγίου Σέργη έγινε η απόβαση του συγκροτήματος Καζοπούλου δύναμης 115 ανδρών.
    Μια διμοιρία του βορείου συγκροτήματος υπό τον λοχαγό Λουμάκη εξουδετέρωσε το γερμανικό φυλάκιο της Αμαλής, όπου οι Γερμανοί υπέστησαν τρεις νεκρούς. Στις δύο το απόγευμα έγινε σύγκρουση μεταξύ των κυρίως συμμαχικών δυνάμεων και των Γερμανών στην περιοχή μεταξύ του Μικρού Χωριού και των Λειβαδίων. Στη σύγκρουση αυτή συνελήφθησαν 40 Γερμανοί αιχμάλωτοι μεταξύ των οποίων και ο υπολοχαγός Heinemann.
    Δύο διμοιρίες του νοτίου συγκροτήματος των υπολοχαγών Αυλητή και Ζαλαχούρη επιτέθηκαν και εξουδετέρωσαν το γερμανικό φυλάκιο στο Λύχνο, όπου συνέλαβαν 8 αιχμαλώτους. Η τρίτη διμοιρία του υπολοχαγού Καραγιάννη κατέλαβε το ύψωμα Γέροντα. Από εκεί το συγκρότημα του νότου προωθήθηκε στην περιοχή Κράτι, όπου συνδέθηκε με το βόρειο συγκρότημα που είχε καταλάβει το ύψωμα Δελφίνο. Κατόπιν συντονισμένης ενέργειας με την βοήθεια του ναυτικού και της αεροπορίας, εξουδετέρωσαν την αντίσταση των Γερμανών της γύρω περιοχής και συνέλαβαν 40 αιχμαλώτους. 
    Η διμοιρία Αυλήτη κινήθηκε προ το οχυρωμένο ύψωμα Κάστελλο όπου προέβαλαν ακόμη αντίσταση οι Γερμανοί. Οι θέσεις των Γερμανών βομβαρδίστηκαν από τη συμμαχική αεροπορία και το ναυτικό. Το Κάστελλο καταλήφθηκε μετά από έφοδο, 8 Γερμανοί συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι. Γύρω στις 6 το απόγευμα κάθε αντίσταση είχε εξουδετερωθεί. Οι απώλειες των Γερμανών ανήλθαν σε 20 νεκρούς και 142 αιχμαλώτους από τους οποίους 8 ήταν τραυματίες. Οι Σύμμαχοι υπέστησαν δύο νεκρούς (Ινδοί) και δυο τραυματίες.
    Στις 4 Μαρτίου 1945 το Γερμανικό Στρατηγείο στο Βερολίνο εξέδωσε το ακόλουθο ανακοινωθέν: «Η Φρουρά της μικρής νήσου Τήλου που βρίσκεται βορειοδυτικά της Ρόδου επί τέσσερις μήνες συνεπλάκη με σημαντικές εχθρικές δυνάμεις. Ο λόχος μας υπέκυψε σε υπεράριθμες εχθρικές δυνάμεις μετά από την απόκρουση αρκετών επιθέσεων του εχθρού».

Ο ΟΗΕ καταδικάζει την καταστροφή αρχαιοτήτων από το Ισλαμικό Κράτος



Μπράβο στον ΟΗΕ ! Συγχαρητήρια !
Και τι κάνει παραπέρα? Τίποτα, φυσικά….
Επειδή η Ιστορία πάντα επανέρχεται, ο ΟΗΕ θα ακολουθήσει την μοίρα της Κοινωνίας Των Εθνών, που η ύπαρξή της δεν εμπόδισε τον Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ας το κλείσουν το ‘’μαγαζί’’ από τώρα, αφού δεν μπορεί να επιτελέσει κανένα έργο και περιορίζεται σε ψηφίσματα και ευχολόγια.
    Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ καταδίκασε το Σάββατο τις πρόσφατες όπως τις χαρακτήρισε «βάρβαρες τρομοκρατικές πράξεις» της τζιχαντιστικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ, αναφερόμενο μεταξύ άλλων στην καταστροφή αρχαίων γλυπτών.
    Σε βίντεο που ανήρτησε η εξτρεμιστική οργάνωση φαίνονται μέλη του ΙΚ να καταστρέφουν με βαριοπούλες αρχαία ασσυριακά αγάλματα και γλυπτά που χρονολογούνται τον 7ο π.Χ. αιώνα, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν σύμβολα ειδωλολατρίας.
    «Τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας καταδικάζουν με τον πιο έντονο τρόπο τις συνεχιζόμενες βάρβαρες τρομοκρατικές ενέργειες του ΙΚ στο Ιράκ», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση. Επαναλαμβάνεται επίσης ότι η οργάνωση «πρέπει να ηττηθεί και πρέπει να παταχθεί η μισαλλοδοξία, η βία και το μίσος που ενστερνίζεται η οργάνωση».
    Μεταξύ των πρόσφατων ενεργειών από μαχητές του ΙΚ, τα μέλη του Συμβουλίου αναφέρθηκαν στην απαγωγή 100 Σουνιτών έξω από την πόλη Τικρίτ, την αυτοθυσία 45 Ιρακινών και τις καθημερινές επιθέσεις εναντίον αμάχων στη Βαγδάτη.
    Επίσης καταδίκασε «την εκ προθέσεως καταστροφή αναντικατάστατων θρησκευτικών και πολιτιστικών κειμηλίων, τα οποία στεγάζονταν στο Μουσείο της Μοσούλης καθώς και το κάψιμο χιλιάδων βιβλίων και σπάνιων χειρόγραφων στη Βιβλιοθήκη της Μοσούλης».
    Νωρίτερα, αυτό το μήνα το Συμβούλιο Ασφαλείας απαγόρευσε το εμπόριο αρχαιοτήτων από την εμπόλεμη Συρία, ενώ απείλησε με κυρώσεις οποιονδήποτε αγοράζει πετρέλαιο από το Ισλαμικό Κράτος και την οργάνωση Μέτωπο αλ Νούσρα, που συνδέεται με την αλ Κάιντα. Επίσης παρότρυνε τα κράτη να σταματήσουν τις πληρωμές λύτρων σε υποθέσεις απαγωγής.
    Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, δεν είναι σαφές πόσα χρήματα έχει συγκεντρώσει το ΙΚ από την παράνομη πώληση αρχαιοτήτων, ωστόσο διπλωμάτες του Συμβουλίου Ασφαλείας εκτιμούν ότι το ποσό είναι αρκετά σημαντικό.
    Την καταστροφή των αρχαιοτήτων καταδίκασε επίσης και η επικεφαλής του Εκπαιδευτικού και Πολιτιστικού Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, Ιρίνα Μπόκοβα. «Καταδικάζω το περιστατικό αυτό ως μια σκόπιμη επίθεση εναντίον της ιστορίας και του πολιτισμού του Ιράκ και ως μια ξεκάθαρη υποκίνηση του μίσους και της βίας», δήλωσε.