ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ



του Δημήτρη Κ. Μπάκα
Προοίμιο
    Με έκπληξη  χαράς  και υπερηφάνειας αλλά και θλίψης συνάμα μαθαίνουμε ότι σε πολλές προηγμένες χώρες καθιερώνουν τη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας ως υποχρεωτικό  μάθημα ενώ εμείς εδώ στην Ελλάδα με την καθολική, σχεδόν,  συμπεριφορά μας την παραμελούμε εάν δεν την  καταστρέφουμε.
    Η εύκολη απάντηση: « φταίνε οι κυβερνώντες». Φυσικά στη  Δημοκρατία την μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν αυτοί που ασκούν νόμιμα με την έγκριση των πολλών την ισχύ της εξουσίας. Αλλά εμείς όλοι οι άλλοι είμαστε ανεύθυνοι; Δική μας πεποίθηση είναι ότι όλοι μας συμβάλλουμε σε αυτή την δυσάρεστη κατάσταση.    Είτε ως γονείς, είτε ως πολίτες , είτε ως μεγαλύτεροι, είτε ως κοινωνία. Και το γιατί είναι τόσο απλό αλλά ταυτόχρονα και τόσο δύσκολο. Δεν έχουμε πιστέψει την ελληνική γλώσσα ως αξία. Δεν τη θεωρούμε ως αναγκαία ποιότητα  για τη ζωή μας. Δεν την εντάσσουμε στα προσόντα που αξίζουν για τη δική μας υπόσταση και επιτυχία.
     Θα προσπαθήσουμε, εάν και δεν είμαστε οι πιο ειδικοί, να προσεγγίσουμε τη γλώσσα γενικά και ειδικότερα την ελληνική από μια απλοποιημένη, αλλά πιο ολιστική άποψη ευελπιστώντας ότι θα προσεγγίσουμε το τεράστιο αυτό θέμα, για το οποίο έχουν γραφεί όχι απλά τόμοι αλλά βιβλιοθήκες ολόκληρες από Έλληνες αλλά και ξένους λάτρεις των ελληνικών.
Εισαγωγή
    Ζούμε σε μια εποχή που η γλώσσα μας δέχεται επιθέσεις από όλες τις κατευθύνσεις. Μια ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση που κυριαρχείται από μια ταχύτατη τεχνολογική  ανάπτυξη που συνιστά συνάμα και οπισθοδρόμηση σε πολλούς τομείς, ευεργετεί τον άνθρωπο παράγοντας πλούτο σε υλικά αγαθά μειώνοντας τον μόχθο του, αλλά ταυτόχρονα αλλοιώνει την ανθρώπινη ταυτότητα ακόμη και αυτή την ζωή μολύνοντας όχι μόνο το οικοσύστημα αλλά και την πιο ωραία ανάδυση του ανθρωπίνου πνεύματος, τη γλώσσα.   Φυσιολογικό, μέχρις ενός σημείου, είναι τον μεγαλύτερο κίνδυνο να αντιμετωπίζει η λεπτότερη σε έκφραση γλώσσα, η ελληνική, που υπόκειται σε μια διαρκώς αυξανόμενη εντροπία. Η καθιέρωση παγκοσμίως της αγγλικής γλώσσας τείνει να μηδενίσει τις λεπτές εκείνες διαφορές ποιότητας κάθε γλώσσας που εκφράζει τον πνευματικό πλούτο κάθε λαού.  Φυσικά εδώ υπάρχει και ένα ευτύχημα: η αγγλική γλώσσα διαρκώς εμπλουτίζεται με λέξεις ελληνικής προελεύσεως  αφενός γιατί  μόνον η γλώσσα μας έχει τον αστέρευτο πλούτο έκφρασης των λεπτών εννοιών και αφετέρου οι διαμορφωτές της αγγλικής δεν διστάζουν να υιοθετήσουν λέξεις που εκφράζουν κυριολεκτικότερα μια έννοια.
     Η  Ελληνική γλώσσα συνιστά το ανεκτίμητο καταπίστευμα των προγόνων μας. Το αγαθό που αποτελεί τον μεγαλύτερο θησαυρό μας. Και όμως εμείς, μάλλον, τού προκαλούμε το μεγαλύτερο κακό. Δεν τη σεβόμαστε και την καταστήσαμε ένα εξειδικευμένο προτέρημα των ελάχιστων, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά  είτε ως φιλόλογοι, λογοτέχνες ή γλωσσολόγοι και είναι ικανοί  να γεύονται όλους τους εύγευστους καρπούς της.
    Θαρρούμε ότι είναι καιρός  να ανανήψουμε. Να τη δούμε με μάτι ολιστικό και όχι ως εργαλείο χρηστικό μόνον. Να τη πιστέψουμε ως αξία και αρετή μας, αλλά και ως  ύπατη αξία της Πατρίδας μας. Ως εθνική μας κληρονομιά. Μη ξεχνάμε το « για τη μητέρα γλώσσα μας τα λάβαρα κρατείστε» του Κ. Παλαμά και του Ψυχάρη το «Γλώσσα και Πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την Πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα είναι ένας αγώνας. Πάντα αμύνεται περί Πάτρης».
Φιλοσοφία της γλώσσας, φιλολογία και γλωσσολογία.
    Η γλώσσα αποτελεί ένα από τα αντικείμενα που φέρνουν τη φιλοσοφία σε ανταγωνισμό με τους γνωστικούς κλάδους της φιλολογίας και ειδικά της νεότερης γλωσσολογίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ φιλοσοφίας της γλώσσας και φιλολογίας είναι παλαιότερος αλλά δεν δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες. Ο φίλος του λόγου είναι επίσης φίλος της σοφίας, του συλλογισμού και φυσικά της γλώσσας.
     Καθήκον του φιλοσόφου είναι κατά τον Πλάτωνα να εκφέρει την «πλέον φιλαλήθη γλώσσα». Την αλήθεια αναζητά ο φιλόσοφος και οφείλει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα προς αυτή την κατεύθυνση και όχι με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι σοφιστές  με στόχο να πείσουν τα πνεύματα και να κατακτήσουν την εξουσία.
    Η φιλολογία ως ένας γνωστικός κλάδος μελετά τα κείμενα και τα καθιστά πιο κατανοητά όπως αρχικά έγινε στην Αλεξάνδρεια αλλά και την Αναγέννηση της Δύσεως αργότερα. Η διάσταση ανάμεσα στη φιλοσοφία της γλώσσας θα λάβει ευρύτητα στο πλαίσιο της γλωσσολογίας που αναπτύχθηκε κατά βάση στο πέρασμα από 19ο  στον 20ο  αιώνα μέσω της ενεργοποιήσεως  σχεδίου επιστημονικής γνώσης της πραγματικότητας.   Διαχωρίζεται η γλώσσα από την ομιλία. Η γλωσσολογία, ως επιστήμη, ερευνά το γενικό και το ουσιώδες εξαλείφοντας το επικουρικό και συμπτωματικό. Η ομιλία αναφέρεται στο «ομιλούν υποκείμενο», η γλώσσα ανήκει στον κοινωνικό χώρο.
    Διακρίνονται δύο διεργασίες Η ενεργητική (φώνηση) και η παθητική (ακρόαση) από τη σύνθεση των οποίων αναδύεται ο κοινωνικός δεσμός.
    Σήμερα φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε μια γλωσσική καμπή. Διακρίνουμε τρία επιστημολογικά  παραδείγματα, αντίστοιχα  των θεωριών αναζήτησης της αλήθειας:
    Το πρώτο αντιστοιχεί στη μεταφυσική, με την αριστοτελική έννοια του όρου: ξεκινά από μια οντολογία ( θεωρία της ουσίας ή υπόστασης) και από κοσμολογία (θεωρία της τάξης του κόσμου) για να καταλήξει σε μια ηθική ή σε μια πολιτική.
    Το δεύτερο που καλύπτει  τη νεότερη φιλοσοφία του Ντεκάρτ μέχρι το Χούσσερλ, θεμελιώνει τον άνθρωπο ως κύριο και κάτοχο της φύσης και έτσι η γλώσσα μετατρέπεται σε εργαλείο επικοινωνίας με αξίωση  μόνον τη γνώση. Με τον Καντ επανέρχεται στην μεταφυσική ή τις απαιτήσεις της ηθικής συνείδησης. Ήτοι ενώ ο Αριστοτέλης ξεκινούσε από τον κόσμο οι νεότεροι αποφάσισαν να ξεκινήσουν από το υποκείμενο, τον άνθρωπο.
    Το τρίτο παράδειγμα προκύπτει από τη σύνθεση  της υποκειμενικότητας με το οντο-κοσμολογικό παράδειγμα των αρχαίων προγόνων μας. Ο Χαϊντεγκέρ μας οδηγεί να διακρίνουμε τη γλώσσα λιγότερο ως εργαλείο επικοινωνίας και περισσότερο ως  τόπο στον οποίο φανερώνεται εκείνη η διάσταση δια της οποίας υπάρχει για εμάς ο κόσμος. Ήτοι όπως οι Έλληνες διανοητές στοχάστηκαν  με αφετηρία την Ελληνική γλώσσα που αποτελούσε  τον «οίκο του είναι».
    Μια τριαδική σχέση συγκροτεί τη γλωσσική επικοινωνία. Ένα σημείο(Ι) περιγράφει πάντα ένα πράγμα(ΙΙ) για κάποιον(ΙΙΙ). Το σημείο δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν δεν προϋποτεθεί  το περιγραφόμενο πραγματικό  και η ύπαρξη του ερμηνευτή. Χωρίς να λειτουργούν ταυτόχρονα και  τρεις όροι οδηγούμαστε σε παραλογισμό, καθόσον δεν  ικανοποιείται η αξίωση της εγκυρότητας. Το υποκείμενο  δεν πρέπει να βασίζεται μόνον στη σχέση με τον εαυτό του αλλά οφείλει να ξεδιπλώνεται στον κόσμο όπου δομείται και επικυρώνεται η γλώσσα ενώπιον των άλλων.
Η γλώσσα ως προτέρημα,  αξία και αρετή
    Το προτέρημα είναι ένα  χαρακτηριστικό, ένα προσόν αντίθετο του ελαττώματος και μειονεκτήματος. Μπορεί να γίνει αντικείμενο εξάσκησης και να αναχθεί σε αρετή.
    Η αξία προσδιορίζεται, ως νοητή και συναισθηματική σχέση (συνάφεια , δεσμός) ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου, που όταν συμβεί ικανοποιείται μια ανάγκη, επιθυμία, άρα ανακουφίζει και ικανοποιεί. Οι αξίες, ως σχέσεις, γεννιούνται μόνον όταν η συνείδηση έλθει σε επαφή με  πράγματα ή γεγονότα, μέσα σε μια αναπόφευκτα συγκινησιακή ατμόσφαιρα. Δεν προϋπάρχουν μέσα στη συνείδηση ούτε μέσα στα πράγματα. Μεταβάλλονται ανάλογα με τις μεταβολές των συσχετιζόμενων  υποκειμένου και αντικειμένου (αγαθού). Η πιο δόκιμη διατύπωση της αξίας είναι το απαρέμφατο και όχι το αφηρημένο ουσιαστικό. Το «φιλοσοφείν», το «φιλείν», το «αμύνεσθαι», το «αγαπάν» κοκ εκφράζουν ακριβέστερα την ενεργητική σχέση, τη  διάρκεια αλλά και την προσπάθεια από τα αφηρημένα ουσιαστικά φιλοσοφία, φιλία, άμυνα, αγάπη κοκ που συνιστούν νοητικά σχήματα (έννοιες) μη  άμεσα αντιληπτά με τις αισθήσεις μας.
    Αρετή είναι μια  δυνατότητα ενέργειας. Ένα προτέρημα του ανθρώπου   για να αναχθεί σε αρετή πρέπει να συνδυαστεί με την λογική, την επιθυμία, την παιδεία, τη συνήθεια τη μνήμη κλπ. Τότε συνιστά ειδοποιό διαφορά  ήτοι την ποιότητα της ανθρωπινότητας .  Είναι δύναμη, η οποία αναδύεται από ένα σύστημα αξιών μέσω της αγωγής. Αποκτάται με την έξη και γίνεται τρόπος ζωής. Μια επίκτητη διάθεση να κάνουμε το καλό μέσα στην αλήθεια. Μια ηθική στάση  και τρόπος πράξης ζωής.  Είναι οι ενσαρκωμένες  αξίες μας.( Ευγένεια, φρόνηση, πίστη, εγκράτεια, θάρρος…  μέχρι την αγάπη της αγάπης.) Συνιστούν τη σπουδαιότερη ισχύ για αυτοοργάνωση της προσωπικότητας, την αυτοπραγμάτωση.
     Η ανάπτυξη της γλώσσα κατέστη δυνατή εξελικτικά. Αυτό χρονολογείται προς τα πίσω σε λιγότερο από 200 000 έτη. Η δίποδη όρθια βάδιση έδωσε μεγαλύτερο χώρο στον ανθρώπινο εγκέφαλο και η κάθοδος του λάρυγγα  κατέστησε δυνατό τον έναρθρο λόγο προσφέροντας  δυνατότητες  για εγκεφαλική ανάπτυξη
   Το κατέχειν  και  χειρίζεσθαι αξιόπιστα  τη γλώσσα  συνιστά αξία γιατί  δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο  να αναπτύξει όλα τα βασικά ενεργήματά του που τον συνδέουν με άπειρο αριθμό αγαθών. Καλύπτει τις βασικές ανάγκες του. Διαμορφώνει σκέψεις, στοχασμούς, ιδέες , εικόνες που δεν συλλαμβάνονται με τις βασικές αισθήσεις. Διακρίνει πιο εύκολα το λογικό από το εκλογικευμένο. Δημιουργεί πεποιθήσεις, απόψεις και πιστεύω αποφεύγοντας πλάνες και αυταπάτες. Μπορεί να διακρίνει την αλήθεια, το ουσιώδες, το αγαθό και το κάλλος από την επίφαση, το επουσιώδες, το κακό, και την προκλητικότητα. Αναπτύσσει τις  αρετές της  ενσυναίσθησης και του συνυπάρχειν.
Συμπεράσματα
    Η γλώσσα ως ανάδυση του ανθρωπίνου πνεύματος συνιστά ειδοποιό διαφορά και μπορεί να θεωρηθεί ως εάν ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται ή φθείρεται.
    Κατά την εξελικτική πορεία της γλώσσας αναπτύχθηκαν εξειδικευμένοι κλάδοι όπως η φιλοσοφία της γλώσσας, η φιλολογία  και η γλωσσολογία, οι οποίοι όταν πρόκειται για τη συγκρότηση της ανθρώπινης ταυτότητας πρέπει να συνδυαστούν  αρμονικά, άλλως ως εξειδικεύσεις ωφελούν τους ειδικούς αλλά απομακρύνονται από τους πολλούς. Δεν αρκεί μόνον η γλώσσα  ως επικοινωνιακό μέσο ούτε το άτομο ως  υποκείμενο αλλά απαιτείται και η συνιστώσα της ηθικότητας που προϋποθέτει υπευθυνότητα.
    Οι λεπτότατες προσεγγίσεις  που αποτελούν  τα απαραίτητα στοιχεία αρχιτεκτονικής της ανθρώπινης προσωπικότητας είναι δυνατές μόνο μέσω μιας  πλούσιας γλώσσας που αναδύεται από την φιλολογία στερεώνεται με  τη γλωσσολογία αλλά  εμποτίζεται από τη φιλοσοφία της γλώσσας με σκοπό την ανάδυση της ανθρωπινότητας του ανθρώπου.
    Η γλώσσα αναβαθμίζεται σε αξία και δια της πρακτικής εφαρμογής σε αρετή όταν αναζητά την αλήθεια, το κάλλος και το γενικό αγαθό, άλλως παραμένει μια απλή επιτηδειότητα, που μπορεί να είναι καταστροφική.    Ως αρετή, μόνον, συμβάλλει στη συγκρότηση ανθρώπου υπευθύνου και ικανού για αυτονομία, ελευθερία, δικαιοσύνη. Ως προσώπου ικανού  μέλους της ανθρώπινης κοινωνίας.
    Ως αξία η κατοχή και ο χειρισμός της γλώσσας θεμελιώνεται στην αυτοσυνειδησία  καλλιεργείται κυρίως με το παράδειγμα μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον , στο σχολείο και τελικά στην κοινωνική κουλτούρα, (τα οποία είναι όλα αρνητικά σήμερα).
Επίλογος
    Η ελληνική γλώσσα συνιστά τη μητέρα των γλωσσών γι’ αυτό άλλωστε οι ξένοι την προτείνουν ως παγκόσμια γλώσσα και  προσφεύγουν πάντοτε όταν θέλουν να εκφράσουν ιδέες και μορφές που οι άλλες γλώσσες αδυνατούν. Η πληρέστερη μελέτη της Ελληνικής Γλώσσας συνιστά πλέον καθήκον όλων μας. Είναι υπόθεση εθνικής εμβέλειας που ανάγεται στην παιδεία ολιστικού και όχι απλά εξειδικευμένου χαρακτήρα.
    Απαιτείται μια ανάκτηση της Ελληνικής Παιδείας που μπορεί να στηριχθεί σε όλες τις ζωντανές εστίες του Ελληνισμού. Αποτελεί αυτό ιστορική αναγνώριση και όχι  σωβινισμό.  Δεν έχουμε το δικαίωμα στο όνομα του οποιουδήποτε προοδευτισμού να παραγνωρίσουμε αυτή την πολιτισμική και ιστορική αλήθεια. Η Ελληνική Παιδεία, το Ελληνικό Έθνος και η Ελληνική Γλώσσα είναι  ενιαίο σύνολο. Η Ελληνική Γλώσσα  και η Ελληνική Γραμματεία ως καταπίστευμα των προγόνων μας συνιστούν τον ιστό της πολιτισμικής και ιστορικής μας συνέχειας  για τριάντα και πλέον αιώνες και συνάμα το αλάθητο παράδειγμα ανθρώπινης παιδείας.
     Η ένταξη στο υπόλοιπο σχολικό πρόγραμμα είναι πρόβλημα των ειδικών. Εμείς ευελπιστούμε  ότι όλοι οι Έλληνες όπου και αν ζουν να είναι φορείς της Ελληνικής  Παιδείας. Σε αυτό το όραμα προσβλέπει  η Κιβωτός Ολιστικής Παιδείας και ευελπιστεί να μπορέσει να συμβάλει στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της με έναρξη τη σημερινή συζήτηση. Η προσπάθεια όμως για να έχει αποτέλεσμα πρέπει να λάβει καθολικό χαρακτήρα.
    Να εντάξουμε τη μάθηση και χειρισμό της Ελληνικής Γλώσσας στις αξίες μας μέσα από μια πιο ολιστικού χαρακτήρα παιδεία.
    Πρέπει πρώτα εμείς οι ίδιοι να πιστέψουμε την γλώσσα μας ως πρώτιστη αξία καθόσον με αυτή γινόμαστε ικανοί να γευθούμε τη δική μας αυταξία , την αυτοπραγμάτωσή μας. Στη συνέχεια με το παράδειγμά μας να εμφυσήσουμε τον έρωτα στους δικούς μας ανθρώπους και πρώτα στα παιδιά μας. Αυτό συνιστά  προσωποπαγές χρέος μας. Τότε θα ρίχνουμε λιγότερη ευθύνη στους άλλους για το κακό που προκαλείται στη γλώσσα μας. Τότε θα νιώσουμε την πληρότητα ότι εκτελέσαμε το καθήκον μας και δημιουργήσαμε μια οικοφωλεά, όπου αναπτύσσονται ολοκληρωμένοι άνθρωποι-πρόσωπα με δικαιώματα και ευθύνες ως ενεργοί πολίτες και όχι οπαδοί, πελάτες  και αριθμοί.
     Για να λειτουργήσει η δημοκρατία απαιτεί πολίτη που να θεωρεί το κοινό καλό ως δικό του καθήκον και την ατομική ελευθερία ως υπόθεση όλων.
    Οι πιο πολλοί άνθρωποι συνήθως είναι ικανοποιημένοι όταν γνωρίζουν τα απολύτως απαραίτητα  και το καλό τους  το εξασφαλίζουν οι άλλοι.
    Εδώ φαίνεται η τεράστια διαφορά μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης. 
    Το καθήκον των παλαιοτέρων γενεών και της Κοινωνίας είναι η παιδεία-αγωγή ( education). Σιγά σιγά μετατρέψαμε αυτό το ρόλο σε μια παροχή γνώσης και τροφής. Το παιδί μπουκώνεται με το ζόρι για να ξέρει περισσότερα για να μπορεί να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό, για να γίνει κερδισμένος και να κάμνει τους άλλους χαμένους. Υποβαθμίστηκε το e-ducere  που σημαίνει  «οδηγώ ένα παιδί έξω από τον εαυτό του και το παρακινώ να αυτοδομηθεί» σε  educare που σημαίνει «εκτρέφω».
     Με βατήρα και εφαλτήριο την ωραιότερη γλώσσα του Κόσμου, την Ελληνική, ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί να ανακτήσουμε την αληθινή παιδεία που αποβλέπει όχι στο έχειν αλλά σε αυτό τούτο το είναι του ανθρώπου, όπως εφαρμόσθηκε από τους προγόνους μας και την δέχτηκαν οι προηγμένοι λαοί.