ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Κωμωδία - Δράμα


    Είμαι, ως γνωστόν, φανατικός (φαν το λένε τώρα…) οπαδός του παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου.
    Έχω γελάσει και γελάω ακόμα με τις εμβληματικές κωμωδίες του και έχω συγκινηθεί (τώρα όμως γελάω) και με τα θρυλικά μελό του.   Μάλιστα, πολλές φορές δεν χρειάζεται να έχω ήχο στην τηλεόραση, επειδή πλέον ξέρω σχεδόν όλους τους διαλόγους απ’ έξω.
    Έχω διαβάσει και κείμενα γνωστών κωμωδιογράφων μας (Αλέκος Σακελλάριος, Νίκος Τσιφόρος, Δημήτρης Ψαθάς), οι οποίο συμφωνούσαν σε ένα θέμα. Ότι το δυσκολότερο πράγμα, είναι να κάνεις τον άνθρωπο (και ιδίως τον Έλληνα) να χαμογελάσει. Το έλεγαν αυτό οι μετρ του είδους, που έκαναν τον Έλληνα όχι απλώς να χαμογελάσει αλλά να ξεκαρδιστεί από τα γέλια.
    Όπως και να το κάνουμε το δράμα (το γνωστό μελό) είναι εύκολο να το σκαρώσουμε. Θέλετε παράδειγμα; Ιδού η συνταγή. Το σενάριο πα’ να πει:
        α. Λαμβάνουμε μία μητέρα, που έχασε τον άνδρα της σε ναυάγιο και μεγαλώνει μόνη τα δύο παιδιά της. Όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των παιδιών τόσο πιο δράμα είναι το… δράμα. Θυμηθείτε πόσα αδερφάκια είχε στις ταινίες της η Βουγιουκλάκη.
        β. Το ένα παιδί είναι τυφλό. Μπορούμε, για να κάνουμε ακόμη πιο δραματικά τα πράγματα, να πούμε ότι το άλλο παιδί, ανήκει στην νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ας σταματήσουμε εδώ.  
        γ. Η μάνα της μάνας, η γιαγιά δηλαδή, είναι εδώ και 20 χρόνια κατάκοιτη, τυφλή και κουφή. Ζούνε όλοι μαζί σ’ ένα υπόγειο καμαράκι 2Χ2 (αργότερα ο Πουλόπουλος το έκανε 2Χ3).
        δ. Ένα καλός και πλούσιος κύριος, που εμφανίζεται πρόθυμος να βοηθήσει τη μανούλα, ατύχησε, διότι η μανούλα αποδεικνύεται βράχος ηθικής.
        ε. Μία, επίσης καλή, κυρία, εμφανίζεται και προτείνει στην μανούλα να κάνει παρέα σε μερικούς καλούς κυρίους και να σταματήσουν έτσι να γκρινιάζουν ο μπακάλης, ο μανάβης, ο χασάπης και ο φούρναρης, που έχουν να δουν την δραχμή της (τότε δεν μας είχε ακόμη σώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση με το ευρώ…), από τότε που έπαιζε στον Παναθηναϊκό ο Ασπρογέρακας. Η μανούλα κι’ εδώ βράχος απροσπέλαστος.
        στ. Για να κάνουμε πιό δυνατό και πιασάρικο το σενάριο, βάζουμε και 2-3 σκηνές με την οικογένεια να περνά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα μ’ ένα ξεροκόμματο, που το μοιράζονται όλοι στα ίσα, αλλά η μανούλα παραιτείται του μεριδίου της και το δίνει στα παιδιά.
        ζ. Και κάποια στιγμή, επειδή όλες αυτές οι ταινίες έχουν Χάπι Έντ (ευτυχισμένο τέλος θα πει αυτό), εμφανίζεται ο πατέρας, που δεν είχε πνιγεί, όπως κακώς νομίζαμε, επειδή εκείνη την ώρα του ναυαγίου, περνούσε ένα ψάρι, που έκανε το δρομολόγιο Ειρηνικός – Στεριά, τον πήρε στη πλάτη του και τον έβγαλε σε μια ακτή, που εκεί είχε πανεπιστήμιο και σπούδασε και έγινε ένα μεγάλος οφθαλμίατρος. Και βέβαια εγχείρισε το τυφλό παιδί του, που ανέβλεψε. Για την γιαγιά δεν μας είπαν τι έγινε, αλλά δεν βαριέστε κανείς δεν είναι τέλειος.
    Πάντως, αν θέλετε και για να γίνει το δράμα πιό δυνατό, μπορείτε να σκοτώσετε και τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο.
    Μ΄ αυτή λοιπόν την συνταγή και με διάφορες παραλλαγές της (π.χ. το παιδί δεν είναι τυφλό αλλά είναι κωφάλαλο και μιλάει τον Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο, η γιαγιά δεν είναι κατάκοιτη αλλά ξενοπλένει και παθαίνει συγκοπή πάνω στη σκάφη, ο πατέρας δεν πνίγηκε αλλά τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Γερμανοί στην κατοχή κ.λπ.) μπορείς να σκαρώσεις δράματα, που να σου δεθεί η ψυχή κόμπο και να μη λύνεται μήτε με 3 κιλά μαυροδάφνη.
    Όμως, μπορείς να κάνεις αυτόν το βασανισμένο κόσμο να χαμογελάσει;  Είναι τόσο δύσκολο, που μόνο μερικοί δεξιοτέχνες της κωμωδίας το κατόρθωσαν. Μόνο αυτοί μας άφησαν μεγάλες κωμωδίες, που τις απολαμβάνουμε και σήμερα αφού διατηρούν ολοζώντανες τη σπιρτάδα και την φρεσκάδα τους. Είναι δε τόση η διαχρονικότητά τους, ώστε πολλές ατάκες που ακούστηκαν σ’ αυτές ακούγονται και σήμερα και μας κάνουν και γελάμε, 60 τόσα χρόνια τώρα. Για θυμηθείτε: Την εντολή της Μαρίνας (Γ. Βασιλειάδου) στον Κλέαρχο (Β. Αυλωνίτη): «Ρούφα τ’ αυγό σου» (Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο κοντός). Την συμβουλή του Αντώνη Παπαπουλάκη (Στ. Στρατηγού) προς τον Αλέκο Κουρούζο (Ντ. Ηλιόπουλος): «Στρίβειν δια του αρραβώνος» (Ο ατσίδας). Την αγωνιώδη προσπάθεια του Κώστα Καλιακούδα (Κώστας Βουτσάς) να δείξει τα ανύπαρκτα πλούτη του: «Έχω και κότερο πάμε μια βόλτα» (Κορίτσια για φίλημα). Τη διαπίστωση της μοδίστρας Πελαγίας Καραμπουμπούνα  για τις παρασπονδίες της πελάτισσάς της Σούζης (Ρένα Πασχαλίδου): «Σούζη τρως. Και τρως και ψεύδεσαι» (Η παριζιάνα). Το συμπέρασμα του Αλέκου Κουρούζου (Ντ. Ηλιόπουλου): «Δεν ξέρω αν το προσέξετε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε» (Ο ατσίδας). Τις αγωνιώδεις επικλήσεις για βοήθεια του Θανάση (Βέγγου): «Ε, ξέρεις από βέσπα;» (Τρελός, παλαβός και Βέγγος). Την διευκρίνιση που ζητάει ο Γιάννης ο Μπρίλης (Γ. Γκιωνάκης ) από τον Ορέστη Καλλιγαρίδη (Νίκο Σταυρίδη): «Λεμονάδα από λεμόνι;» (Κίτρινα γάντια). Την ανάκριση για διευκρίνιση των αιτίων του καυγά της Λίζας Παπασταύρου (Αλίκη Βουγιουκλάκη) με την Πόπη Αλεξίου (Μέλπω Ζαρόκωστα) που έκανε ο καθηγητής κ. Πάνος Φλωράς (Δημ. Παπαμιχαήλ), χωρίς όμως αποτέλεσμα,  αφού μία ουσιώδης μάρτυς, η Λαζάρου (Κατερίνα Γώγου), όπως και οι προηγούμενες, ισχυρίζεται ότι: «πρόσεχε την Πολυχρονοπούλου, που πρόσεχε την Ξανθοπούλου,  που μίλαγε με την Γιαδικιάρογλου» και συνεπώς, ουδείς ουδέν είδε (Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο).
    Βέβαια, υπάρχουν και μερικές ιστορικές  ατάκες από δραματικές ταινίες, όπως η περίφημη διευκρίνιση του Μαύρου (Σπύρο Καλογήρου) στον Άρη (Νίκο Κούρκουλο), όταν το ρωτάει αν είναι ανάγκη να χτυπηθούνε: «Πολλά τα λεφτά Άρη» (Λόλα). Ιστορική και η κραυγή του Άγγελου Κρεούζη ( Νίκος Κούρκουλος): «Όχι άλλο κάρβουνο»  (Ορατότης μηδέν).
    Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε και σήμερα στο τέλος. Αν δεν σας άρεσαν μη φεύγετε. Σταθείτε μύγδαλα ή σταθείτε γιατί κρατάω μαχαίρι. Πάντως αν το καλοσκεφθείτε όλα είναι ατμός και σ’ αυτό βάζει το χεράκι της η άτιμη κοινωνία που άλλους τους ανεβάζει κι’ άλλους τους κατεβάζει στα τάρταρα. Για αυτό το καλύτερο είναι να βρείτε ένα μικρό χωριουδάκι να πάτε να ηρεμήσετε. Προσέξτε όμως. Ένα χωριουδάκι, αλλά κόμβο…